Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Στου Κεμάλ το Σπίτι

Έτυχε να παρευρεθώ το Σάββατο 22 Μαϊου στην εκδήλωση μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων και άκουσα από τον κεντρικό ομιλητή το ίδιο σχόλιο – πιθανότατα αποτελούσε κεντρική γραμμή της Ομοσπονδίας των Ποντίων γιατί το διάβασα και σε ιστοσελίδα στο διαδίκτυο - σχετικά με την άκαιρη επιλογή του Υπουργείου Παιδείας να εξετάσει τους μαθητές της Γ΄Λυκείου Θεωρητικής Κατεύθυνσης στο κείμενο του Γιώργου Ιωάννου «Στου Κεμάλ το σπίτι», θεωρώντας πως προσβάλει τη μνήμη των σφαγιασθέντων από το κεμαλικό καθεστώς, ενώ παράλληλα τιμά τον Ατατούρκ.
Χωρίς καμιά διάθεση να υποστηρίξω το Υπουργείο Παιδείας, που φυσικά κατά καρούς έχει προχωρήσει σε πράγματι λανθασμένες και προκλητικές επιλογές, που όντως ασεβούν στη μνήμη των Μικρασιατών, θεωρώ το συγκεριμένο σχόλιο εντελώς αφελές – ακριβώς επειδή πρόκειται για δημόσιο λόγο και θα πρεπε να προϋποθέτει την τεκμηρίωση -που στοχεύει μόνο στην πρόκληση εντυπώσεων.
Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό κείμενο προέρχεται από έναν άνθρωπο που γεννήθηκε από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη (ο πατέρας του ήταν από τη Ραιδεστό και η μητέρα του από την Κεσσάνη). Θέμα του είναι οι επαναλαμβανόμενες επισκέψεις μιας γυναίκας τουρκικής καταγωγής σ’ένα σπίτι που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη, όπου κάποτε ζούσε η ίδια και τώρα ζει η οικογένεια του συγγραφέα. Η γυναίκα αυτή, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το αρχοντικό της λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών, επισκεπτόταν το σπίτι λόγω της ασίγαστης νοσταλγίας που ένιωθε για τον τόπο και το πατρικό της.
Το κείμενο, λοιπόν, του Ιωάννου έχει ως βασικό του θέμα την αγάπη και τη νοσταλγία που νιώθουν οι άνθρωποι κάθε εθνικότητας για τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, τον πόνο του ξεριζωμού και την προσφυγιά. Η γυναίκα που περιγράφεται, η μαυροφορεμένη Τουρκάλα είναι ένας ανθρώπινος τύπος σαν κι εμάς∙ μια γυναίκα που η βίαιη αποκοπή της από τον τόπο που αγάπησε τη σημάδεψε σε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή της, που δεν ξεχνά όσα χρόνια κι αν περάσουν, που συνεχίζει να νοσταλγεί γι’ αυτό και επιστρέφει στον τόπο της, αναζητά τις ρίζες της, πίνει νερό από το πηγάδι και τρώει μούρα από το δέντρο, για να ζωντανέψει στιγμές από το παρελθόν. Ας προσέξουμε την αλλαγή στη συμπεριφορά του συγγραφέα και της οικογένειάς του ∙ όταν καταλαβαίνουν ότι η γυναίκα είναι τουρκικής καταγωγής ξυπνούν μέσα τους οι φριχτές μνήμες από το δικό τους ξεριζωμό, από τη βίαιη εγκατάλειψη των δικών τους πατρογονικών εστιών, από τις αρπαγές, τις γενοκτονίες, τις σφαγές και το θάνατο. Όταν όμως σκέφτονται την κοινή μοίρα του ξεριζωμένου πρόσφυγα που είχαν μ’αυτή τη γυναίκα, το σπαραγμό, τον πόνο και τη νοσταλγία του πρόσφυγα - έστω κι αν βρίσκονταν σε θέσεις αντίθετες - η καρδιά τους ζεσταίνει από συμπάθεια και συμπάσχουν μαζί της.
Τέτοια λοιπόν σχόλια προσβάλλουν τη μνήμη του ίδιου του συγγραφέα, που σε καμιά περίπτωση δε συνθέτει ένα εγκώμιο του Κεμάλ. Αντίθετα στα κοινά μαρτύρια των λαών αφιερώνει το έργο του.
Παραθέτω το κέιμενο.
Γιώργου Ιωάννου
Στοῦ Κεμάλ τό Σπίτι
Δέν ξαναφάνηκε ἡ μαυροφορεμένη ἐκείνη γυναίκα, πού ἐρχόταν στό κατώφλι μας κάθε χρονιά, τήν ἐποχή πού γίνονται τά μοῦρα, ζητώντας μέ εὐγένεια νά τῆς δώσουμε λίγο νερό ἀπ’ τό πηγάδι τῆς αὐλῆς. Ἔμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηροῦσε ὅμως πάνω της ἴχνη μιᾶς μεγάλης ἀρχοντικῆς ὀμορφιᾶς. Καί μόνο ὁ τρόπος πού ἔπιανε τό ποτήρι, ἔφτανε γιά νά σχηματίσει κανείς τήν ἐντύπωση πώς ἡ γυναίκα αὐτή στά σίγουρα ἦταν μιά ἀρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω τό ποτήρι, ποτέ δέν παρέλειπε νά μᾶς πεῖ στά τούρκικα τήν καθιερωμένη εὐχή, πού μπορεῖ νά μήν καταλαβαίναμε ἀκριβώς τά λόγια της, πιάναμε ὅμως καλά τό νόημά της: «Ὁ Θεός νά σᾶς ἀνταποδώσει τό μεγάλο καλό». Ποιό μεγάλο καλό; Ἰδέα δέν εἴχαμε.
Καθόταν ἥσυχα γιά ὥρα πολλή στό κατώφλι τῆς αὐλῆς, κι ἀντί νά κοιτάζει κατά τό δρόμο ἤ τουλάχιστο κατά τό πλαϊνό
σπίτι τοῦ Κεμάλ1, αὐτή στραμμένη ἔριχνε κλεφτές ματιές πρός τό δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε ἔκλεινε τά μάτια καί τό πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ὀνόματα παράξενα. Ἐμεῖς, πάντως, δέν παραλείπαμε νά τῆς δίνουμε μοῦρα ἀπ’ τήν ντουτιά2, ὅπως ἄλλωστε δίναμε σ’ ὅλη τή γειτονιά καί σ’ ὅποιον περαστικό
μᾶς ζητοῦσε. Ἡ ξένη τά ἔτρωγε σιγανά, ἀλλά μέ ζωηρή εὐχαρίστηση. Δέ μᾶς φαινόταν παράξενο πού τῆς ἄρεζαν τά μοῦρα μας τόσο πολύ. Τό δέντρο μας δέν ἦταν ἀπό τίς συνηθισμένες μουριές, ἀπ’ αὐτές πού κάνουν ἐκεῖνα τά ἄνοστα νερουλιάρικα μοῦρα. Τό δικό μας ἔκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σά βύσσινα, καί πολύ κόκκινα στό χρώμα. Ἦταν δέντρο παλιό καί τεράστιο, τά κλαδιά του ξεπερνοῦσαν τό δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ἕνα κακό εἶχε• τά φύλλα του ἦταν σκληρά καί οἱ μεταξοσκώληκές μου δέν μπορούσαν νά τά φᾶνε. Ἦταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ’ ὅλο τό Ἰσλαχανέ3 κι ἀκόμα πιό πέρα.
Τήν πρώτη φορά πού εἶχε καθίσει ἡ ἄγνωστη γυναίκα στό κατώφλι μας, δέ σκεφτήκαμε νά τῆς προσφέρουμε μοῦρα, ὅμως σέ λίγο μᾶς ζήτησε ἡ ἴδια λέγοντας πώς ἤθελε νά φυτέψει τό σπόρο τους στόν μπαχτσέ4 της. Ἔφαγε μερικά καί τά ὑπόλοιπα τά ἔβαλε σ’ ἕνα χαρτί καί ἔφυγε καταχαρούμενη.
Τή δεύτερη φορά θά ἦταν κατά τό τριάντα ὀχτώ, δυό χρόνια, πάντως, μετά τήν πρώτη, δέν ἔβαλε μοῦρα στό χαρτί. Κάθισε καί τά ἔφαγε ἕνα ἕνα στό κατώφλι. Φαίνεται πώς ὁ σπόρος ἀπ’ τά προηγούμενα εἶχε ἀποδώσει, ἀλλά γιά νά δώσει καί μοῦρα ἔπρεπε, βέβαια, νά περάσουν χρόνια. Τό δέντρο αὐτό, ὅπως ὅλα τά δέντρα πού μεγαλώνουν σιγά, ζεῖ πολλά χρόνια καί ἀργεῖ νά καρπίσει.
Ἡ γυναίκα ξαναφάνηκε καί τόν ἑπόμενο χρόνο, λίγο πρίν ἀπ’ τόν πόλεμο. Ὅμως τή φορά αὐτή τῆς προσφέραμε νερό ἀπ’ τή βρύση. Ἀρνήθηκε νά πιεῖ τό νερό. Μόλις τό ἔφερε στό στόμα, μᾶς κοίταξε στά μάτια καί μᾶς ἔδωσε πίσω τό γεμάτο ποτήρι. Ἐπειδή τήν εἴδαμε πολύ ταραγμένη, θελήσαμε νά τῆς ἐξηγήσουμε. Ὁ σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας εἶχε διοχετεύσει τό βόθρο τοῦ σπιτιοῦ στό βαθύ πηγάδι. «Τώρα πού σᾶς ἔφερα τό νερό στίς κουζίνες σας, δέ σᾶς χρειάζεται τό πηγάδι», μᾶς εἶχε πεῖ. Ἡ γυναίκα βούρκωσε, δέ μᾶς ἔδωσε ὅμως καμιά ἐξήγηση γιά τήν τόση λύπη της. Γιά νά τήν παρηγορήσουμε τῆς δώσαμε περισσότερα μοῦρα κι ἡ γιαγιά μου τῆς εἶπε κάτι πού τήν ἔκανε νά τιναχτεῖ: «Θά σοῦ
τά ἔβαζα σ’ ἕνα κουτί, ἀλλά δέ βαστᾶνε γιά μακριά». Καί πράγματι εἴχαμε ἀρχίσει κάτι νά ὑποπτευόμαστε. Τήν ἄλλη φορά εἴδαμε, πώς μόλις ἔφυγε ἀπό μᾶς, πῆγε δίπλα στοῦ Κεμάλ τό σπίτι, ὅπου τήν περίμενε μιά ὁμάδα ἀπό τούρκους προσκυνητές, πού κοντοστέκονταν στό πεζοδρόμιο. Ἐμεῖς ὥς τότε θαρρούσαμε πώς εἶναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, ἀπ’ τίς πάμπολλες ἐκεῖνες, πού δέν ἤξεραν λέξη ἑλληνικά, μιά καί ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν εἶχε γίνει με βάση τή θρησκεία καί ὄχι τή γλώσσα. Ἡ ἀποκάλυψη αὐτή στήν ἀρχή μᾶς τάραξε. Δέ μᾶς ἔφτανε πού είχαμε δίπλα μας τοῦ Κεμάλ τό σπίτι, σά μιά διαρκῆ ὑπενθύμιση τῆς καταστροφῆς, θά εἴχαμε τώρα καί τούς τούρκους νά μπερδουκλώνονται πάλι στά πόδια μας; Καί τί ἀκριβῶς ἤθελε ἀπό μᾶς αὐτή ἡ γυναίκα; Πάνω σ’ αὐτό δέν ἀπαντήσαμε, κοιταχτήκαμε ὅμως βαθιά ὑποψιασμένοι. Καί τά ἑπόμενα λόγια μας ἔδειχναν πώς ἡ καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως ἀπό συμπάθεια κι ἐλπίδα. Εἴχαμε κι ἐμεῖς ἀφήσει σπίτια κι ἀμπελοχώραφα ἐκεῖ κάτω.
Ἡ τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τόν πόλεμο. Ἐμεῖς καθόμασταν πιά σέ ἄλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, ὅμως τήν εἴδαμε μιά μέρα νά κάθεται κατατσακισμένη στό κατώφλι τοῦ παλιοῦ σπιτιοῦ μας. Ὁ πρῶτος πού τήν εἶδε, ἦρθε μέσα καί φώναξε: «ἡ τουρκάλα!» Βγήκαμε στά παράθυρα καί τήν κοιτάζαμε μέ συγκίνηση. Παραλίγο νά τήν καλέσουμε ἀπάνω στό σπίτι τόσο μᾶς εἶχε μαλακώσει τήν καρδιά ἡ ἐπίμονη νοσταλγία της. Ὅμως αὐτή κοίταζε ἀκίνητη τήν κατάγυμνη αὐλή καί τό ἔρημο σπίτι. Μιά ἰταλιάνικη μπόμπα6 εἶχε σαρώσει τήν ντουτιά κι εἶχε ρημάξει τό καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς νά καταφέρει νά τό γκρεμίσει.

Δέν τήν ξανάδαμε ἀπό τότε. Ἦρθε – δέν ἦρθε, ἄγνωστο. Ἄλλωστε καί νά ’ρχότανε δέ θά ’βρισκε πιά τό κατώφλι μέ τό ἀφράτο μάρμαρο γιά νά ξαποστάσει. Τό σπίτι εἶχε ἀπό καιρό παραδοθεῖ σέ μιά συμμορία ἐργολάβων καί στή θέση του ὑψώθηκε μιά πολυκατοικία ἀπ’ τίς πιό φρικαλέες. Τώρα ἑτοιμάζονται νά τήν γκρεμίσουν οἱ γελοῖοι. Ποιός ξέρει τί μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι τό πονηρό μυαλό τους.
Ἄν γίνει αὐτό, θά παραφυλάγω νύχτα μέρα, ἰδίως ὅταν τό σκάψιμο θά ἔχει φτάσει στά θεμέλια, κι ἴσως μπορέσω νά ἐμποδίσω ἤ τουλάχιστο νά καθυστερήσω τό χτίσιμο τοῦ νέου ἐξαμβλώματος7. Τήν προηγούμενη φορά εἶχε βρεθεῖ ἐκεῖ στά βάθη ἕνα θαυμάσιο ψηφιδωτό, πού ἄρχιζε ἀπ’ τό οἰκόπεδο τοῦ δικοῦ μας σπιτιοῦ καί συνεχιζόταν πρός τό σπίτι τοῦ Κεμάλ. Τό ψηφιδωτό αὐτό οἱ δασκαλεμένοι ἐργάτες τό σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα γιά νά μήν τούς σταματήσουν οἱ ἁρμόδιοι. Πάντως, τίς ὧρες πού τό ἔβλεπε τό φῶς τοῦ ἥλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια ἀπ’ τήν ἔκθαμβη γειτονιά. Ὅλοι μιλούσανε γιά τήν ὀμορφιά καί τήν παλιά δόξα, μά ἀνάμεσα στά δυνατά λόγια καί τίς φωνές, ἄκουσα μιά γριά νά σιγολέει: «Στό σπίτι αὐτό καθόταν ἕνας μπέης, πού εἶχε μιά κόρη σάν τά κρύα τά νερά. Κυλιόταν κάτω, ὅταν φεύγανε, φιλοῦσε τό κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δέν ματαεῖδα».

1. τό πλαϊνό σπίτι τοῦ Κεμάλ• πρόκειται για το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, όπου σήμερα στεγάζεται το τουρκικό προξενείο.
2.ντουτιά•ησυκομουριά
3. Ἰσλαχανέ• περιοχή της Θεσσαλονίκης (τουρκ. σωφρονιστήριο)
4.μπαχτσέ•περιβολάκι
6. Μιά ἰταλιάνικη μπόμπα• αναφέρεται στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-1941)

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Η δίκη των Εξ και η αναψηλάφησή της

H Ελληνική ........δίκη της Νυρεμβέργης και η αναψηλάφησή της

Πώς φτάσαμε στη δίκη των έξι και τι ακολούθησε της μεγαλύτερης εθνικής μας καταστροφής;

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 εκρήγνυται η επανάσταση που προετοιμαζόταν μήνες πριν, με εστίες τη Μυτιλήνη και τη Χίο και αρχηγούς το Στυλιανό Γονατά και το Νικόλαο Πλαστήρα που συγκεντρώνουν γύρω τους όσους είναι αποφασισμένοι να την φέρουν εις πέρας. Οι δυνάμεις του Γονατά που είχαν ξεκινήσει από τη Μυτιλήνη όσο κι εκείνες του Πλαστήρα από τη Χίο συγκλίνουν καταμεσής στο πέλαγος και η επαναστατημένη αρμάδα ενωμένη κινείται με κατεύθυνση τον Πειραιά για να αποβιβάσει τους 12.000 στρατιώτες που είχε μαζί της. Την επομένη ο Γονατάς που έχει προλάβει να συντάξει μια σύντομη επαναστατική προκήρυξη συναντιέται με τον Πλαστήρα πάνω στο «Λήμνος», όπου καταρτίζουν μια δωδεκαμελή επιτροπή και μια εκτελεστική την οποία εκτός από το όνομα του Γονατά, που ήταν αντιβενιζελικός και αυτό του Πλαστήρα, συμπληρώνει κι εκείνο του Δ. Φωκά, που θεωρούνταν ουδέτερος. Δυο μέρες μετά ο βασιλιάς Κωσταντίνος συναντιέται με τον πρωθυπουργό Τριανταφυλλάκο και αποφασίζουν να στείλουν τον Παπούλα, γενικό διοικητή Θράκης στο Λαύριο με σκοπό να εκμαιεύσει τις προθέσεις της Επαναστατικής Επιτροπής, κυρίως για το κατά πόσο είχαν την πρόθεση να αποδεχτούν κυβέρνηση υπό τον Ιωάννη Μεταξά. Ο Παπούλας αναφέρει στο βασιλιά ότι οι επαναστάτες, όχι μόνο απέρριψαν κάθε ιδέα για κυβέρνηση Μεταξά, αλλά επέμεναν και στην παραίτηση του ιδίου χάριν της πατρίδος. Μετά από έκτακτο υπουργικό συμβούλιο ο Παπούλας έρχεται και πάλι στο Λαύριο, για να ανακοινώσει στους επαναστάτες ότι η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου τελεί ήδη υπό παραίτηση, ενώ εκείνοι παραδίδοντάς του επιστολή υπογεγραμμένη από την Επαναστατική Επιτροπή του ζητούν ξεκάθαρα την παραίτηση του Κωνσταντίνου, γεγονός που συμβαίνει την ίδια ημέρα, στις 14 Σεπτεμβρίου, οπότε και αναλαμβάνει τα καθήκοντα του θρόνου ο διάδοχος Γεώργιος.
Με το ξέσπασμα της επανάστασης οργανώνονται από τους πιο φανατικούς και τα πρώτα σχέδια άμεσης σύλληψης και εκτέλεσης των ηγετών της αντιβενιζελικής παράταξης. Από αυτούς φαίνεται να παρασύρεται και ο Πλαστήρας που ζητά τη με συνοπτικές διαδικασίες εκτέλεσή τους. Το πρωί της 15ης Σεπτεμβρίου γίνονται γνωστές οι προφυλακίσεις των Γούναρη, Στράτου, Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκη, Γούδα και Στάη, ενώ λίγο αργότερα, στις 11 Οκτωβρίου συλλαμβάνεται ο Μπαλτατζής και ο Χαράλαμπος Βοζίκης, γενικός διευθυντής Θράκης επί κυβερνήσεως Γούναρη. Η επανάσταση επέρριπτε την ευθύνη για την καταστροφή στους «εθνοπροδότες» της Λαϊκής παράταξης συγκαλύπτοντας όπως γράφει ο Γιάννης Ανδρικόπουλος τη χρεωκοπία μιας πολιτικής για την οποία έφεραν ευθύνη. Το ίδιο απόγευμα (15 Σεπτεμβρίου) ο άγγλος πρεσβευτής Λίντλεϊ καλεί στο γραφείο του τους συνταγματάρχες Γονατά και Πλαστήρα, για να πληροφορηθεί τις διαθέσεις τους, καθώς οι φήμες, που κυκλοφορούσαν για τους συλληφθέντες, μιλούσαν για άμεση εκτέλεσή τους. Οι εντυπώσεις που αποκομίζει δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Ανάλογο είναι το κλίμα και στη διαδήλωση που λαμβάνει χώρα μπροστά από το χώρο της σημερινής Βουλής, στις 9 Οκτωβρίου, όπου οι χιλιάδες συγκεντρωμένοι πρόσφυγες που πλημμυρίζουν την πλατεία Συντάγματος σε μια εκδήλωση με ομιλητές τους Γονατά και Πλαστήρα κραυγάζουν «Θάνατος! Θάνατος!»
Στις 31 Οκτωβρίου 1922 στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής αρχίζει η δίκη που κατέληξε στην εκτέλεση των έξι που θεωρήθηκαν βασικοί υπαίτιοι της Μικρασιατικής καταστροφής. Οι κατηγορούμενοι που αποτελούσαν το κυριότερο μέρος της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της Ελλάδας ήταν οι Γούναρης Δημήτριος, πρώην πρωθυπουργός, Στράτος Νικόλαος, πρώην πρωθυπουργός, Πρωτοπαπαδάκης Πέτρος, πρώην πρωθυπουργός, Μπαλτατζής Γεώργιος, υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη – Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκης Νικόλαος, υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη, Γούδας Μιχαήλ, υποναύαρχος ε.α – υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη και Στρατηγός Ξενοφών, υποστράτηγος ε.α – υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη. Το κατηγορητήριο ανέφερε τα εξής: Από κοινού συμφέροντος κινούμενοι συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνεπεχρεώθησαν προς αλλήλους προς ταύτην, ήτοι, διά της διά ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμόν του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως στρατού εκ του Μικρασιατικού μετώπου επί σκοπώ εξασθενήσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων, ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφοδίων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού ανηκόντων εις την επικράτειαν. Μαζί με τους παραπάνω θα δικαζόταν και ο τέως αρχηγός της Στρατιάς Μικράς Ασίας Γεώργιος Χατζηανέστης με την κατηγορία ότι: από 13 μέχρι 23 Αυγούστου 1922, εκουσίως και εκ προθέσεως, παρέδωκεν εις τον εχθρόν μεγάλα τμήματα στρατού κα παρημπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού. Όλοι οι προηγούμενοι εκ προθέσως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ’απάτης, πειθούς και φορτικότητος...
Οι πρωταγωνιστές της δίκης έκπληκτοι και φοβισμένοι. Άραγε με την ψήφο του ελληνικού λαού δεν εκλέχτηκαν; Με δημοψήφισμα δε φέρανε το βασιλιά από την εξορία; Τη συνθήκη των Σεβρών δεν υπερασπίστηκαν μέχρι τέλους διαπραγματευόμενοι με τους Συμμάχους και, τον πόλεμο, που είχε ξεκινήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος για τη Μεγάλη Ιδέα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, δε συνέχισαν διευρύνοντας μάλιστα αυτό το όραμα και φτάνοντας μέχρι την κόκκινη μηλιά; Μήπως δεν αγωνίστηκαν για τα συμφέροντα των Συμμάχων; Γιατί έφταιγαν αυτοί, αν τα συμφέροντα των Συμμάχων άλλαξαν; Γιατί να κατηγορούνται αυτοί ως προδότες; Πολλά τα ερωτήματα, μα ακόμα περισσότερα τα στοιχεία, που, όπως φαίνεται, εθνικοί λόγοι επέβαλαν να αποκρύψουν, ώστε να μην εκτεθεί ο βρετανικός παράγοντας για το ρόλο που έπαιξε καθ’όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησής τους. Η ελπίδα μιας επέμβασης από μέρους των Εγγλέζων δεν τελεσφορεί. Ο βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα Λίντλεϊ προσπαθώντας να σώσει τους έξι από το εκτελεστικό απόσπασμα ακόμα και την τελευταία στιγμή, επισκέπτεται ο ίδιος τον Πλαστήρα εφιστώντας του την προσοχή για τις δυσάρεστες συνέπειες που θα προκύψουν από την εκτέλεση της θανατικής ποινής. Η απάντηση του Πλαστήρα, όταν ο πρεσβευτής αρνείται να ικανοποιήσει το αίτημά του για στήριξη της Αγγλίας στην παραμονή της Ελλάδας στη Θράκη, είναι πως οι κατάδικοι είναι θύματα της Αγγλίας.
Ένα από τα χαρακτηριστικά της δίκης είναι ότι σε βάρος των κατηγορουμένων έχουν κληθεί να καταθέσουν και πολλοί αντιβενιζελικοί μάρτυρες με ιδιαίτερα επιβαρυντικές μάλιστα καταθέσεις, που οι περισσότεροι από αυτούς θα αναθεωρήσουν, όταν, όμως, θα είναι πολύ αργά. Περισσότερο μετριοπαθείς παρουσιάζονται οι Γ.Δ. Ράλλης, Φωκίων Νέγρης, Κ. Ζαβιτσιάνος και Κ. Δεμερτζής οι οποίοι αποκλείουν και διαχωρίζουν τις όποιες ευθύνες των κατηγορουμένων από το δόλο, που και οι ίδιοι οι μάρτυρες προσπαθούν να αποσείσουν με κορυφαίο απολογητή το Δημήτριο Γούναρη που υπογραμμίζει στην απολογία του ότι εάν ηθέλομεν την εγκατάλειψιν του Μικρασιατικού εδάφους ηδυνάμεθα να διατάξωμεν την εκκένωσιν της Μ. Ασίας αφ’ης ανελάβομεν την αρχήν και κατόπιν επί ολόκληρον διετίαν, και πράξωμεν τούτο ως απόφασιν πολιτικήν στηριζομένην επί της αδυναμίας της Ελλάδος να διεξαγάγη αποτελεσματικώς την Μικρασιατικήν επιχείρησιν.
Τί συμβαίνει όμως έξω από την αίθουσα της Βουλής; Η προσφυγιά που εξακολουθεί να έρχεται στην Ελλάδα καταδιωγμένη κουρνιάζει όπου βρει∙ στην Αθήνα, στον Πειραιά, στην ύπαιθρο. Απελπισμένη και απεγνωσμένη βαδίζει προς το πουθενά καθώς οι δουλειές είναι λίγες και τα μεροκάματα ανίκανα να αντιμετωπίσουν το κρύο, την πείνα και τις αρρώστιες αυτού του πρώτου χειμώνα. Ανάθεμα αν ήξεραν όλοι αυτοί τα πώς και τα γιατί, αν έμαθαν ποτέ τα τεχνάσματα των συμμάχων ή για τη μεγάλη ιδέα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Το κράτος και οι αρμόδιες υπηρεσίες αποδεικνύονται απροετοίμαστες να επιληφθούν των πολλαπλών προβλημάτων υγείας που προκαλεί ο τύφος, η μηνιγγίτιδα, η ευλογιά, η δυσεντερία και η χολέρα.
Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β΄ - τι ειρωνεία πράγματι, όπως γράφει και ο Στάθης Πρωταίος, οι στυλοβάτες του θρόνου να καταδικάζονται και να εκτελούνται εν ονόματι του Βασιλιά, τον οποίο στήριξαν θυσιάζοντας τα εθνικά συμφέροντα και, ενώ μάλιστα αρνούμενος να υπογράψει το σχετικό διάταγμα ο γιος του Γεώργιος, που προσωρινά βρισκόταν στο θρόνο, θα μπορούσε να ματαιώσει την εκτέλεση με κίνδυνο βέβαια να εκδιωχθεί και να εγκατασταθεί αβασίλευτη δημοκρατία - η απόφαση της καταδίκης σε θάνατο των κατηγορουμένων, όπως κι εκείνη της σε ισόβια δεσμά των Γούδα Μιχαήλ και Στρατηγού Ξενοφών μετά από διαδικασίες 14 ημερών, ανακοινώνεται στις 15 Νοεμβρίου. Τα Χρονικά της ίδιας μέρας γράφουν : Η Ελλάς διέρχεται στιγμάς κρισίμους. Υπέστη συμφοράς μεγάλας. Ολιγώτερον όμως φοβερόν θα είναι το μέλλον εάν ο Λαός αντιληφθή που έγκειται η σωτηρία, εάν αναβλέψη, εάν αποφασίση να απαλλαγή του Παλαιοκομματισμού, τόσον του Βενιζελικού, όσον και του Αντιβενιζελικού. Η απολύτρωσις αύτη θα φέρη την αναγέννησιν, θ’ απαλλάξη το Έθνος μιας πληγής η οποία ηλάττωνε την ζωτικότητά του και εδημιούργει κίνδυνον δια την ύπαρξίν του. Ευελπιστούμεν. Πολλά υπέφερεν ο Λαός από τας δύο μερίδας αίτινες εκυβέρνησαν την χώραν. Τας εγνώρισε και εδιδάχθη πολλά. Οι δρόμοι τους οποίους ηκολούθησεν έως τώρα, εξαπατηθείς, τον έφεραν εις το χείλος της αβύσσου. Δεν θα θελήση να τας ακολουθήση εις το μέλλον.
Την επομένη της εκτέλεσης στις 16 Νοεμβρίου, η εφημερίδα Πατρίς που πρόσκειται στη φιλελεύθερη πλευρά αναφέρει για την καταδικαστική απόφαση και τη δίκη των έξι: οι ένοχοι της εθνικής συντριβής κατεδικάσθησαν και ετυφεκίσθησαν χθες....... ο θάνατος υπήρξε και δι’αυτούς ακόμη τους ιδίους ένας εξιλασμός. Το Έθνος σήμερον και η ιστορία αύριον, αν δεν θελήσουν να τους παραδώσουν εις την λήθην, θα τους κρίνουν πάντως επιεικέστερον επί τη βάσει του αιματηρού αυτού τίτλου. Στη Λωζάνη ο ανταποκριτής της Ματέν ζητάει τη γνώμη του Βενιζέλου για την εκτέλεση των έξι. Στις δηλώσεις του ο πρώην Έλληνας πρωθυπουργός φέρεται να είπε: Η δίκη των Αθηνών δεν είχε την εμφάνισιν της παρανομίας την οποία θέλετε να της αποδώσετε. Η επ’ακροατηρίω συζήτησις εξελίχθη κανονικώς, η συζήτησις δε αύτη ήτο επιβαρυντικώτατη διά τον Γούναρην και τους άλλους κατηγορουμένους. Στην επισήμανση του ανταποκριτή πως σύμφωνα με την κοινή γνώμη οι κατηγορίες δεν ήταν επαρκείς για μια καταδίκη σε θάνατο αφού σε όλες τις χώρες και σε όλες τις εποχές οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν πολιτικούς σκοπούς, ο Βενιζέλος απαντά ως εξής: Δεν είναι ακριβές ότι η απόφασις, ως θέλετε να την παραστήσετε, ήτο μία πολιτική εκδίκησις, αλλά μία τιμωρία ήτις επεβλήθη εις τους κυβερνήσαντας την Ελλάδα, τους προκαλέσαντας την ήτταν δια να σώσουν την καμαρίλαν.
Ογδόντα οκτώ χρόνια μετά μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι η δίκη των έξι ήταν μια δίκη παρωδία, αποτέλεσμα του φανατισμού ανάμεσα στις δύο μεγάλες παρατάξεις που είχαν επιβάλει το διχασμό, την κυριαρχία των πολιτικών παθών και τον κανιβαλισμό. Μια δίκη στην οποία οι ηγέτες της μιας πολιτικής παράταξης κλήθηκαν να πληρώσουν για λάθη που είχε κάνει και η άλλη. Έίναι εξάλλου άξια απορίας η πίστη του Ελευθερίου Βενιζέλου πως θα μπορούσε να δημιουργήσει την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών ανασυγκροτώντας μια νέα βυζαντινή αυτοκρατορία χωρίς προηγουμένως να έχει επιτύχει την ενότητα και την ομοψυχία του ελληνικού λαού.
Το ερώτημα για το αν οι έξι εκτελεσθέντες ήταν ένοχοι προδοσίας έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα με αφορμή την αίτηση για αναψηλάφηση της Δίκης των Εξ από τον Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη, εγγονό του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, που προσφεύγοντας στον Άρειο Πάγο ζητά την αποκατάσταση του ονόματός του και την ακύρωση της απόφασης του στρατοδικείου. Στο σύνολό τους τα προσφυγικά σωματεία και οι σύλλογοι εκφράζουν τη διαμαρτυρία τους για την αναψηλάφηση της δίκης των έξι επισημαίνοντας το άστοχο της διαδικασίας, καθώς πρόκειται για δίκη με πολιτικό και όχι ποινικό χαρακτήρα. Η προσπάθεια για αναψηλάφηση της δίκης των έξι, υποστηρίζει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδας κος Θανάσης Λαγουδήμος, έχει μια νομική και μια ιστορική διάσταση. Η διαδικασία αναψηλάφησης δεν εμποδίζεται ακόμα και μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, αν οι κληρονόμοι του καταδικασθέντος, που επιδιώκουν την αποκατάσταση της μνήμης του, προσκομίσουν νέα στοιχεία, κάτι για το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δε γίνεται λόγος. Χωρίς νέα αποδεικτικά στοιχεία, όμως, δε θα μπορούσε να διαλευκανθεί ο βαθμός αμέλειας ή η δυνατότητα πρόβλεψης των αποτελεσμάτων συγκεκριμένων στρατιωτικών ενεργειών, οι δε σύγχρονοι ιστορικοί, δημοσιογράφοι ή στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες, αγέννητοι κατά τη στιγμή των κρινομένων γεγονότων, είναι εξ ορισμού αναρμόδιοι να καταθέσουν τη δευτερογενή επιστημονική γνώση τους ως υποκατάστατα ζώντων μαρτύρων. Κλείνοντας, επισημαίνει πως ως απόγονοι των θυμάτων της Γενοκτονίας που συνέβη στη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη θεωρούμε ιταμή και απαράδεκτη πρόκληση στη μνήμη των χιλιάδων νεκρών την επιχειρούμενη, μέσω δίκης, αθώωση των υπευθύνων της μεγαλύτερης καταστροφής, που υπέστη ποτέ το ελληνικό έθνος και καλεί την ολομέλεια του Αρείου Πάγου να απορρίψει κάθε εισήγηση για αναψηλάφηση της Δίκης υπογραμμίζοντας πως καθε παρόμοια διαδικασία βρίσκει αντίθετα τα προσφυγικά σωματεία, που δηλώνουν αποφασισμένα να προστατεύσουν τη μνήμη των προγόνων τους.
Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αναμένεται να ανακοινωθεί σε λίγες εβδομάδες. Θα είναι ωστόσο αυτή που θα σταθεί αντικειμενικά και αμερόληπτα απέναντι στην αλήθεια και την ιστορία και θα μας πει επιτέλους, χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες, ποιος ευθύνεται για τον ξεριζωμό του ελληνισμού μετά από 2.800 χρόνια, για τις 2.400 εγκαταλελειμμένες ελληνικές πόλεις και χωριά, για τους 1.250.000 νεκρούς, για τους ατέλειωτους πρόσφυγες και για τις 302.000.000 χρυσές λίρες που χάθηκαν; Έχει άραγε η ελληνική πολιτεία το θάρρος να αντικρίσει και να κατονομάσει στο σύνολό τους τους έξωθεν και έσωθεν αληθινά υπευθύνους της μικρασιατικής καταστροφής και να αποδώσει τα του καίσαρος τω καίσαρι ή θα εξακολουθήσει να πλάθει θρύλους για εθνάρχες και μεσσίες αποσείοντας τις ευθύνες ακόμα και από αυτούς στους οποίους αποδόθηκαν, αρνούμενη παράλληλα να σταθεί δυναμικά στο πλευρό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ομογένειας, διεκδικώντας περιουσίες και δικαιώματα που καταπατώνται, και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, από το τουρκικό δημόσιο; Ίδωμεν!
Βιβλιογραφία
Δακρυσμένη Μικρασία, Τζανακάρης Βασίλης, Μεταίχμιο

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Η κατάρα της Ασίας

Η κατάρα της Ασίας, George Horton, Γενικός πρόξενος των Ηνωμένων Πολιτειών στην Εγγύς Ανατολή επί τριάντα χρόνια.( δημοσιεύτηκε το 1925 στα αγγλικά με τον τίτλο The blight of Asia

Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζεται η αλήθεια για την καταστροφή της Σμύρνης και για τη σφαγή μεγάλου μέρους των κατοίκων της, από έναν αυτόπτη μάρτυρα, που δεν εμποδίζεται από πολιτικούς λόγους ή από οποιαδήποτε επίδραση φόβου ή συμφέροντος να πει ό,τι ξέρει. Ο συγγραφέας με αναντίρρητο τρόπο δείχνει ότι τα εγκλήματα αυτά διαπράχθηκαν χωρίς αντίσταση εκ μέρους οιουδήποτε χριστιανικού έθνους και ότι η τελευταία εκείνη φριχτή σκηνή στη Σμύρνη εκτελέστηκε σε απόσταση ολίγων μέτρων από ένα ισχυρότατο συμμαχικό και αμερικανικό στόλο. Εκωφεύσαμε, υποστηρίζει, στις απελπισμένες κραυγές των Χριστιανών που πεθαίνανε, αν και ξέραμε καλά πως η Αμερική ήταν η μοναδική ελπίδα τους, και τώρα είναι φανερό πως υπάρχει στη χώρα μας μια τάση που ολοένα μεγαλώνει, να συγκαλύψουμε τα εγκλήματα των Τούρκων και να τους δώσουμε συγχωροχάρτι γι'αυτά, για να επιτύχουμε υλικά οφέλη απ'αυτούς.

Παρακολουθήστε παρακάτω ορισμένα αποσπάσματα:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ' Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ (Σεπτέμβριος 1922)
.........Η τελευταία πράξη στο τρομερό δράμα της εξοντώσεως του Χριστιανισμού μέσα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν η πυρπόληση της Σμύρνης απ' τα στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ. Η δολοφονία της Αρμενικής φυλής είχε συντελεσθεί στην πραγματικότητα κατά τα έτη 1915-1916 και οι πολυπληθείς και ακμάζουσες Ελληνικές Κοινότητες με εξαίρεση εκείνης της Σμύρνης είχαν καταστραφεί επίσης με θηριώδη τρόπο. Έχει κυκλοφορήσει πολύ πλατειά η ιδέα ότι ο Τούρκος άλλαξε πίστη σε μια νύχτα.
Η καταστροφή της Σμύρνης εν πάση περιπτώσει έλαβε χωράν στα 1922 και καμμιά πράξη πού διαπράχθηκε απ' την Τουρκική φυλή σε όλη τη διάρκεια της κηλιδωμένης από αίμα ιστορίας της δεν παρουσίασε κτηνωδέστερα και περισσότερο ακόλαστα χαρακτηριστικά, ούτε ποικιλώτερες απ' τις χειρότερες μορφές ανθρώπινων βασανιστηρίων πού έχουν επιβληθεί εις βάρος αμάχων και αόπλων. Ήταν η πιο ταιριαστή ζοφερή και σατανική κατακλείδα στην όλη φρικτή τραγωδία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ' ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΕΣ ΦΗΜΕΣ
Η γυναίκα μου κι εγώ βρισκόμαστε στο Σεβδίκιοϊ, ένα Ελληνικό χωριό πού απέχει μερικά μίλια απ' τη Σμύρνη, επάνω στην Οθωμανική Σιδηροδρομική γραμμή, όταν έφθασαν ειδήσεις ότι ο Ελληνικός στρατός έπαθε σοβαρές ήττες. Οι φήμες αυτές δεν έγιναν στην αρχή πιστευτές, διαδίδονταν όμως ολοένα περισσότερο επίμονα και έφερναν στον πληθυσμό την αγωνία και το φόβο.
Τελικά η διήγηση έγινε βεβαιότητα. Έφτασαν επίσημες ειδήσεις ότι ο Ελληνικός Στρατός είχε υποστεί μια τρομερή και ανεπανόρθωτη ήττα και ότι τίποτε δεν εμπόδιζε πλέον τους Τούρκους να κατέβουν στην παραλία. Ο πληθυσμός άρχισε να φεύγει, στην αρχή λίγοι, ύστερα όλο και περισσότεροι, ωσότου η φυγή εξελίχθηκε σε πραγματικό πανικό.
Η πόλη είχε γεμίσει σχεδόν από πρόσφυγες απ' το εσωτερικό. Οι περισσότεροι απ' τους πρόσφυγες αυτούς ήταν μικροί αγροκτηματίες πού είχαν ζήσει στα αγροκτήματα πού είχαν κληρονομήσει από τους προγόνους τους από πολλές γενεές. Οι προγονοί τους είχαν εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία πριν οι Τούρκοι αρχίσουν ν' αναπτύσσονται σε έθνος. Ήταν παιδιά της γης αυτής ικανοί να ζήσουν και να περιθάλπουν τους εαυτούς των μέσα στα μικρά τους σπίτια και πάνω στα λίγα στρέμματα γης τους, έχοντας η κάθε οικογένεια την αγελάδα της, το γαϊδούρι της και την κατσίκα της. Παρήγαν μάλιστα και καπνό, σύκα, σταφύλια χωρίς σπόρο, και άλλα προϊόντα για εξαγωγή. Ήσαν πολύ έμπειροι στο να καλλιεργούν και επεξεργάζωνται τις καλύτερες ποιότητες καπνού σιγαρέττων και την ανεκτίμητη σταφίδα, της οποίας η Μικρά Ασία παρήγε τελευταία την πιό καλύτερη ποιότητα του κόσμου. Το πολύτιμο αυτό στοιχείο των γεωργών πού αποτελούσε τη σπονδυλική στήλη της ευημερίας της Μικράς Ασίας μετετράπη σε επαίτες .
...Και ύστερα άρχισαν να φτάνουν οι ηττημένοι,σκονισμένοι και ρακένδυτοι Έλληνες στρατιώτες κυττάζοντας ίσια μπροστά τους σαν υπνοβάτες πού περπατούσαν. Πολλοί απ' αυτούς — οι πιο τυχεροί — κάθονταν επάνω σε Ασυρριακά κάρρα, πού ήταν διάδοχοι των πρωτόγονων οχημάτων των χρησιμοποιουμένων την εποχή του Ναβουχοδονόσορος.
Σε ένα ατέλειωτο ρεύμα διέσχιζαν την πόλη και τραβούσαν για το σημείο της παραλίας όπου είχε αποσυρθεί ο Ελληνικός στόλος. Βάδιζαν σιωπηλά σαν φαντάσματα, χωρίς να κυττάζουν ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Κάπου κάπου μερικοί στρατιώτες εξαντλημένοι ολότελα, έπεφταν χάμω δίπλα στο δρόμο η μπροστά σε μια πόρτα. Άκουσα πώς μερικούς απ' αυτούς τους επήραν μέσα στα σπίτια και τους έντυσαν με πολιτικά ρούχα και πώς έτσι γλύτωσαν μερικοί. Άκουσα επίσης την πολύ πιθανή διήγηση πώς άλλοι στρατιώτες πού εξαντλήθηκε η αντοχή τους προτού να μπουν μέσα στην πόλη, βρέθηκαν αργότερα με κομμένο το λαιμό τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ' ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ
Το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου 1922 κατά τις 11 η ώρα, άρχισαν ν' ακούωνται κραυγές τρόμου. Βγαίνοντας στην πόρτα του προξενείου είδα ένα πλήθος από πρόσφυγες, οι περισσότεροι γυναίκες, έτρεχαν κατατρομαγμένοι προς το Προξενείο προσπαθώντας να εύρουν καταφύγιο μέσα σ' αυτό και ότι δεν τους άφηναν να μπουν οι δυο ή τρεις ναύτες πού ήσαν προωρισμένοι για την υπεράσπιση της προξενικής περιουσίας.
Ένα βλέμμα απ' την ταράτσα πού είχε θέα προς την προκυμαία, εξηγούσε αμέσως την αιτία του τρόμου τους. Το Τουρκικό ιππικό εγέμιζε την προκυμαία πηγαίνοντας προς τους στρατώνες του πού ήταν κοντά στο Διοικητήριο (Konak) στην άλλη άκρη της πόλεως. Ήταν ρωμαλέοι άνδρες και παρήλαυναν με πλήρη τάξη. Φαίνονταν πώς ήταν καλοθρεμμένοι και ξεκούραστοι. Πολλοί απ' αυτούς ήταν του Μογγολικού εκείνου τύπου πού βλέπει κανείς ανάμεσα στους Μωαμεθανούς της Μικρας Ασίας.
Εξ αιτίας του ότι δεν ήταν εφωδιασμένα όλα τα στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ με τις ωραίες στολές των εκλεκτών του στρατευμάτων πολλά πράγματα ισχυρίσθηκαν φιλότουρκοι κύκλοι σχετικά με τη διαφορά ανάμεσα στους «τακτικούς» και «άτακτους» στρατιώτες του. Οιοσδήποτε είδε το ιππικό εκείνο να παρελαύνει στην προκυμαία της Σμύρνης θα εβεβαίωνε, εάν είχε κάποια ιδέα από στρατιωτικά πράγματα, ότι αυτοί πού το αποτελούσαν δεν ήταν απλώς στρατιώτες αλλά τω όντι πολύ καλοί στρατιώτες με τέλεια εξάσκηση και κάτω από έναν τέλειο έλεγχο θαυμάσιων αξιωματικών. Και οποιοσδήποτε γνωρίζει κάτι απ' τον Τουρκικό χαρακτήρα, θα βεβαιώσει ότι ο Τούρκος είναι πραγματικά ένας στρατιώτης εξαιρετικά πειθαρχικός στις διαταγές των ανωτέρων του. Ο Τούρκος σφάζει όταν διαταχθεί απ' το αρχηγείο του και σταματά σε ένα δευτερόλεπτο, όταν διαταχθεί απ' τους ίδιους αρχηγούς του να σταματήσει. Ο Μουσταφά Κεμάλ λατρευόταν απ' τον στρατό εκείνο των «τακτικών» και «άτακτων» και ο λόγος του ήταν γι’ αυτούς νόμος.
.........Στην αρχή, Τούρκοι πολίτες, κάτοικοι της πόλης ήταν οι κυριώτεροι πού βιαιοπραγούσαν. Ο ίδιος είδα τέτοιους πολίτες οπλισμένους με τουφέκια πού παρακολουθούσαν τα παράθυρα των Χριστιανικών σπιτιών έτοιμοι να πυροβολήσουν μόλις εμφανιζόταν κανένα κεφάλι. Αυτό θύμιζε κυνηγούς πού είχαν στήσει καρτέρι και καραδοκούσαν για τη λεία τους. Εκείνο όμως πού έκαμνε αλησμόνητη εντύπωση ήταν η έκφραση των προσώπων τους. Αυτή έδειχνε μια έκσταση μίσους και αγριότητας.
....Η λεηλασία τώρα ξαπλώθηκε έξω απ' τις αγορές και απ' την Αρμενική συνοικία, την οποία ξεγύμνωναν φορτώνοντας τα λάφυρα σε κάρρα, καθώς επίσης εφόρτωναν κάρρα με πτώματα ανθρώπων, σαν να ήταν σφάγια προβάτων η βοδιών και τα έστελναν όλα στην ύπαιθρο.
Στο ημερολόγιο μου και με ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου 1922 ηύρα γραμμένα τα εξής: «μερικοί Αμερικανοί είδαν εννιά κάρρα φορτωμένα με πτώματα πού μεταφέρονταν απ' την περιοχή πού είναι γύρω στο Διοικητήριο (Konak) και άλλοι πάλι είδαν τρία τέτοια φορτωμένα κάρρα στην περιοχή του Αστυνομικού Τμήματος».
.......Οι διηγήσεις ποικίλλουν σχετικά με τον τρόπο πού πέθανε ο Χρυσόστομος, αλλά είναι πρόδηλη η πιθανότης ότι τον βρήκε ο θάνατος στα χέρια του Οθωμανικού όχλου. Ένας Τούρκος αξιωματικός πήγε μαζί με δυο στρατιώτες στα γραφεία της Μητρόπολης και τον ωδήγησε στον Νουρεδίν Πασά, τον Τούρκο Αρχιστράτηγο, ο όποιος, όπως λέγουν, είχε υιοθετήσει τη μεσαιωνική ιδέα να παραδώση τον Μητροπολίτη στον φανατικό όχλο για να τον κάνει ότι ήθελε. Δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις της ορθότητας αυτής της διαπιστώσεως, είναι όμως βέβαιο, ότι ο Μητροπολίτης θανατώθηκε απ' τον όχλο. Εβιαιοπράγησαν επάνω του, του ξερρίζωσαν τη γενειάδα του, τον εχτύπησαν με ρόπαλα και με μαχαιριές, ωσότου πέθανε και υστέρα τον έσυραν σβαρνίζοντάς τον επάνω στους δρόμους.
.....Ενώ κύτταζα απ' την πόρτα του Προξενείου είδα έναν αριθμό από αξιοθρήνητους πρόσφυγες μαζί με τα παιδιά τους, τα δέματα τους και τους αρρώστους τους να τους σκουντούν σαν αγέλη πολλοί Τούρκοι στρατιώτες προς την προκυμαία. Μια γκριζομάλλα γριά βάδιζε παραπατώντας πίσω πίσω, κι ήταν τόσο εξαντλημένη, ώστε δεν μπορούσε να συνεχίσει την πορεία και ένας Τούρκος στρατιώτης τη σκουντούσε από πίσω με τον υποκόπανο του τουφεκιού του. Στο τέλος της έδωσε ένα τόσο δυνατό χτύπημα ανάμεσα στις ωμοπλάτες ώστε έπεσε και ξαπλώθηκε χάμω μπρούμυτα επάνω στο λιθόστρωτο.
Μια άλλη γριά ήλθε σε μένα κλαίοντας τρελλή από τη θλίψη και ξεφωνίζοντας: «Το παιδί μου! Το παιδί μου!» Το φόρεμα της από μπροστά ήταν γεμάτο αίματα. Δεν είπε τι είχε συμβεί στο γυιό της, αλλά το άφθονο αίμα διηγόταν το δράμα της.
.....Στο ανθρωποκυνηγητό αυτό έπαιρναν τώρα μέρος και αποσπάσματα του Τούρκικου στρατού. Οι Αρμένιοι εξαφανίσθηκαν γρήγορα απ' τους δρόμους, είτε γιατί τους είχαν σκοτώσει, είτε γιατί είχαν κρυφτεί. Είχε βγει μια προκήρυξη ότι οποιοσδήποτε έκρυβε έναν Αρμένιο στο σπίτι του, θα παραπεμπόταν στο Στρατοδικείο — ένα δικαστήριο πού δικαιολογημένα το έτρεμαν όλοι. Ένα παράδειγμα θα δείξει πόσο μεγάλο τρόμο ενέπνευσε στις καρδιές όλων — ακόμη και των ξένων υπηκόων:
Ένας σημαίνων Ολλανδός υπήκοος διηγήθηκε το εξής περιστατικό το οποίο είδε ο ίδιος απ' το κατάστρωμα της μικρής ιδιωτικής θαλαμηγού του:
«Επάνω προς το Κορδελιό (προάστειο της Σμύρνης) είδα ένα ζευγάρι να προχωρεί με δυσκολία μέσα στη θάλασσα. Ήταν ένα αξιοπρεπές και χαριτωμένο ζευγάρι και ο άνδρας είχε στην αγκαλιά του ένα μικρό παιδάκι. Ενώ προχωρούσαν τσαλαβουτώντας όλο και βαθύτερα μέσα στο νερό, ωσότου αυτό έφτανε μέχρι τους ώμους των, ξαφνικά διαπίστωσα ότι θα πνιγόντουσαν. Γι αυτό πήγα βιαστικά κοντά τους με μια βάρκα και αφού τους υποσχέθηκα ότι θα έκαμνα ό,τι μπορούσα για να τους σώσω, κατώρθωσα να τους βγάλω στην παραλία. Μου εξήγησαν ότι ήταν Αρμένιοι και επειδή ήξεραν πώς ο άνδρας θα σκοτωνόταν σίγουρα και η γυναίκα πού ήταν όμορφη και νέα η θα βιαζόταν η θα μεταφερόταν σε χαρέμι και το παιδί τους θα αφηνόταν να πεθάνει, είχαν αποφασίσει να πνίγουν όλοι μαζί. Τους πήγα σε διάφορα μέρη και προσπάθησα να τους βάλω μέσα, χωρίς να κατορθώσω τίποτε. Στο τέλος τους ωδήγησα σε ένα μεγάλο σχολείο του οποίου το οίκημα και ο κήπος ήταν γεμάτα από κόσμο, χτύπησα το κουδούνι και όταν ήρθε μια αδελφή στην πόρτα, της εξήγησα την κατάσταση. Όταν εκείνη άκουσε πώς ήταν Αρμένιοι, έκλεισε, την πόρτα. Τότε έφυγα αφήνοντας τους να κάθωνται στα σκαλιά του σχολείου.»
Και εκεί θα τους αφήσωμε κι εμείς με την ελπίδα ότι σώθηκαν με ένα θαύμα, πράγμα πολύ απίθανο.
......Όταν το κυνηγητό των Αρμενίων μέσα στους δρόμους της Σμύρνης δεν απέδιδε πια παρά πενιχρά αποτελέσματα, η περιοχή τους αποκλείσθηκε για όλους έκτος των Τούρκων, με στρατιώτες πού φρουρούσαν στις εισόδους των οδών και υστέρα η σφαγή και η λεηλασία γίνονταν πειά μεθοδικά. Δεν αποπειράθηκα να μπω στην Αρμενική συνοικία, αλλά με πληροφόρησαν επανειλημμένα άνθρωποι με τους οποίους είχα επαφή ότι δεν επιτρεπόταν να μπει κανείς εκεί. Αμερικανοί πού έμεναν στη συνοικία εκείνη και κύτταζαν απ' τα παράθυρα των σπιτιών τους, διηγήθηκαν, ότι δεν είχε διαφύγει τη λεηλασία ούτε ένα σπίτι σε όση απόσταση μπορούσαν να ιδούν. Όλα παραβιάσθηκαν, λεηλατήθηκαν, τα έπιπλα έγιναν κομμάτια και πετάχτηκαν στους δρόμους. Το τι συνέβη στους ένοικους των σπιτιών μπορεί εύκολα να το φανταστεί κανείς. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τις οικογένειες εκείνες, να κάθωνται ζαρωμένοι στα σπίτια τους μαζί με τις γυναίκες τους, τις κόρες τους και τα μωρά τους περιμένοντας ν' ακούσουν τον κρότο ενός υποκόπανου τουφεκιού στις πόρτες τους.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ' ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΑΝΑΦΤΗΚΑΝ ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ


.....Η τελευταία θέα της δύσμοιρης πόλεως τη χαραυγή εκείνη ήταν τεράστια σύννεφα πού ολοένα μεγάλωναν και κατέβαιναν προς τον λιμένα, μια στενή λωρίδα παραλίας κατειλημμένη από μια μεγάλη μάζα ανθρώπων — ένα πλήθος πού ολοένα μεγάλωνε, έχοντας πίσω του τη φωτιά και μπροστά του τη θάλασσα.
Τη στιγμή πού το αντιτορπιλλικό απομακρυνόταν απ' την τρομερή σκηνή και ερχόταν στο σκοτάδι, οι φλόγες πού τώρα λυσσομανούσαν επάνω σε μια εκτεταμένη περιοχή της πόλεως, δυνάμωναν διαρκώς σε λαμπρότητα παρουσιάζοντας μια σκηνή απαίσιας και τρομερής μεγαλοπρέπειας. Ιστορικοί και αρχαιολόγοι εδήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν παρά μόνο ένα γεγονός στα χρονικά του κόσμου πού θα μπορούσε να συγκριθεί ως προς την αγριότητα, την έκταση και ως προς όλα τα στοιχεία φρίκης, σκληρότητας και ανθρώπινου πόνου προς την καταστροφή της Σμύρνης και του Χριστιανικού πληθυσμού της απ' τους Τούρκους, κι' αυτό ήταν η καταστροφή της Καρχηδόνος απ' τους Ρωμαίους.
Πραγματικά στην Σμύρνη, τίποτε δεν έλειπε σχετικά με την θηριωδία, την ακολασία, τη σκληρότητα και όλη τη μανία του ανθρώπινου πάθους, το όποιο εξ αιτίας της ολοκληρωτικής αναπτύξεως του κατεβάζει το ανθρώπινο γένος σε επίπεδο χαμηλότερο κι απ' το πιο σκληρότερο και φρικτότερο επίπεδο του κτήνους. Γιατί καθ' όλη τη διάρκεια του διαβολικού αυτού δράματος οι Τούρκοι λήστευαν και βίαζαν. Ακόμα και ο βιασμός μπορεί να κατανοηθεί σαν ένα ορμέμφυτο της φύσεως, ακαταγώνιστο ίσως, όταν τα πάθη εξαπλώνονται άγρια μέσα σε έναν λαό χαμηλής νοοτροπίας και κατώτερου πολιτισμού, αλλά ο επανειλημμένος βιασμός γυναικών και κοριτσιών δεν ημπορεί ν' αποδοθεί ούτε σε θρησκευτική μανία, ούτε σε κτηνώδη πάθη. Ένα απ' τα δυνατώτερα συναισθήματα πού πήρα μαζί μου απ' τη Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής, διότι ανήκα στο ανθρώπινο γένος.
Στην καταστροφή της Σμύρνης υπήρχε ένα χαρακτηριστικό πού δεν ημπορεί να βρει κανείς στην καταστροφή της Καρχηδόνος. Δεν υπήρχε στόλος Χριστιανικών πολεμικών στον λιμένα της Καρχηδόνος πού παρακολουθούσε μια κατάσταση για την οποία ήταν υπεύθυνες οι κυβερνήσεις των. Στην Καρχηδόνα δεν υπήρχαν Αμερικάνικα καταδρομικά.
Οι Τούρκοι εχόρταιναν ελεύθερα τα ακόλαστα φυλετικά και θρησκευτικά τους ένστικτα για σφαγή, βιασμούς και λεηλασία σε απόσταση βολής λίθου απ' τα συμμαχικά και Αμερικάνικα πολεμικά, γιατί είχαν διαφωτιστεί συστηματικά, ώστε να πιστέψουν ότι αυτά δεν θα επενέβαιναν. Μια κοινή διαταγή απ' τους διοικητάς των πολεμικών η από ένα η δυο απ' αυτούς — μια εντελώς αβλαβής οβίδα πού θα ριχνόταν επάνω απ' την Τουρκική συνοικία — θα είχε ξαναφέρει τους Τούρκους στα λογικά τους.
Κι αυτή η παρουσία των πολεμικών εκείνων στον λιμένα της Σμύρνης στο σωτήριο έτος 1922, πού παρακολουθούσαν άπρακτα την τελευταία μεγάλη σκηνή της τραγωδίας των Χριστιανών της Τουρκίας, ήταν το θλιβερώτερο και σημαντικώτερο χαρακτηριστικό της όλης εικόνας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΘ' ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Στην Αθήνα, στο Παρίσι και αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, συνάντησα διαφόρους αυτόπτες μάρτυρες της μεγάλης καταστροφής πού μου διηγήθηκαν πράγματα πού είχαν ιδεί. Κράτησα σημειώσεις των μαρτυριών διαφόρων απ' αυτά τα πρόσωπα, αποκλείοντας προσεκτικά όλους εκείνους πού ήταν Έλληνες η Αρμένιοι, όχι γιατί πίστευα πώς οι διηγήσεις αυτών θα ήταν κατ' ανάγκην αναξιόπιστες, αλλά μάλλον γιατί θα μπορούσαν ν' αμφισβητηθούν σαν προερχόμενες από προκατάληψη.
Αμερικανοί υπάλληλοι της Near East Relief πού στέκονταν επάνω στο κατάστρωμα ενός πλοίου, το όποιο ανεχώρησε λίγο μετά το «Simpson» μου διηγήθηκαν ότι είδαν έναν άνδρα να ρίχνεται στη θάλασσα και να κολυμπά προς το πλοίο. Ένας Τούρκος στρατιώτης σήκωσε το τουφέκι του, σκόπευσε τον άνθρωπο και του τίναξε το κεφάλι στον αέρα!. Ένας άλλος Αμερικανός διηγούμενος το ίδιο περιστατικό πρόσθεσε τη λεπτομέρεια ότι ο Τούρκος σκόπευσε με το τουφέκι του επάνω απ' τον ώμο ενός Άγγλου ναύτη.
....Ένα βιβλίο πού θα ενδιέφερε πάρα πολύ τους ανθρώπους θα μπορούσε να γραφεί από τον καθένα πού θα φρόντιζε να πάρει συνεντεύξεις από πρόσφυγες και να γράψει τις διηγήσεις πού θα άκουε απ' αυτούς για δραπετεύσεις την τελευταία στιγμή και για έξυπνα τεχνάσματα απελπισίας, στα όποια κατέφυγαν. Μια πλούσια γυναίκα με μεγάλη οικογένεια από μικρά παιδιά, τα έσωσε όλα μέσα στον συνωστισμό και τον πανικό με το να δέση ένα μακρύ σχοινί ολόγυρα στις μέσες τους, το άλλο άκρο του οποίου έδεσε στη δική της. Μια κυρία πού κατοικούσε στα Βούρλα, μια μεγάλη πόλη κοντά στη Σμύρνη, έσωσε την ωραία της κόρη με το να την μεταμφιέσει σε μια άσχημη και καμπουριασμένη γρηούλα. Μια γυναίκα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικανίς πολίτις, μου έγραψε ότι το μικρό της κοριτσάκι τεσσάρων ετών πού το είχε αφήσει στη Σμύρνη με τους γονείς της, βρέθηκε σ' ένα απ' τα νησιά. Όσο διαρκούσε η σφαγή το παιδάκι αυτό χώθηκε μέσα σ' έναν ανοιχτό τάφο, όπου έμεινε ξαπλωμένο για πολλές ώρες ακίνητο και σιωπηλό σαν ποντίκι, ωσότου άκουσε να περνούνε άνθρωποι πού μιλούσαν Αγγλικά και τότε παρουσιάσθηκε και σώθηκε από φιλικά χέρια.
Διηγούνται φρικτές ιστορίες για την πυρπόληση αρρώστων μέσα σε νοσοκομεία και παιδιών μέσα σε σχολεία.


...Ένα απ' τα πιό αισχρά χαρακτηριστικά της τραγωδίας της Σμύρνης ήταν η απαγωγή των ανδρών ηλικίας 18 έως 45 ετών. Αυτοί ήταν άμαχοι γεωργοί και άλλοι πού δεν είχαν ούτε την παραμικρή ευθύνη για την αποβίβαση του Ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Αυτοί ήταν οι προστάτες των οικογενειών και η βίαιη απαγωγή τους άφησε τις χήρες και τα ορφανά στην υποστήριξη των δήθεν «Χριστιανικών Εθνών» και ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν χρειάζεται κανείς παρά μόνο λίγη φαντασία για να έχει μια εικόνα των σκηνών πού μου περιέγραψαν η Δρ Lovejoy και άλλοι, πού μου διηγήθηκαν για παιδιά πού αγκάλιαζαν με τα χέρια τους τις κνήμες των πατέρων τους και ξεφώνιζαν απελπιστικά για έλεος, και για γυναίκες πού σφίγγονταν επάνω στους άνδρες τους σ' ένα τελευταίο αγκάλιασμα απελπισίας· και χρειάζεται λιγώτερη φαντασία για να οραματιστεί κανείς τον τρόπο με τον όποιο τ' ανδρόγυνα εκείνα απεσπώντο ο ένας απ' τον άλλον.Οι τελευταίες αυτές σκηνές επάνω στην προκυμαία της Σμύρνης αποκαλύπτουν ολόκληρο το σατανικό και μεθοδικό έφαρμοσθέν σχέδιο των Τούρκων. Οι στρατιώτες είχαν την άδεια να κορέσουν τα ακόλαστα ένστικτα τους για σφαγή και λεηλασία και βιασμούς με την επίθεση κατά πρώτον κατά των Αρμενίων, τους οποίους έσφαζαν και έκαιαν, βιάζοντας τις γυναίκες και τις κόρες τους. Ενώ για τους Έλληνες πού μισούσαν βαθύτερα, επιφύλασσαν έναν βραδύτερο και πιό επώδυνο θάνατο. Οι λίγοι πού γύρισαν πίσω διηγούνται φρικτά πράγματα. Μερικοί επυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν κατά ομάδες. Όλοι ήταν πεινασμένοι και χιλιάδες πέθαναν από αρρώστιες, κούραση και εγκατάλειψη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ' ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΩΝ ΦΟΝΕΥΘΕΝΤΩΝ
Πόσοι σφάγηκαν μέσα στη Σμύρνη και στα προάστεια και τα χωριά της; Είναι αδύνατο να κάνει κανείς οιανδήποτε εκτίμηση εντελώς επιτυχή, οι προσπάθειες όμως υπερβολικής ελαττώσεως του σχετικού αριθμού κατ' ανάγκην προδίνει έλλειψη αξιοπιστίας.
Επίσημες στατιστικές αναβιβάζουν τους Αρμένιους κατοίκους της Σμύρνης σε είκοσι πέντε χιλιάδες και είναι βέβαιο ότι το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών της Κοινότητας αυτής σκοτώθηκαν, χωρίς να υπολογίσουμε τις γυναίκες και τα κορίτσια, καθώς και πολυάριθμους Έλληνες. Μια έκθεση ανταποκριτού προς την London Daily Chronicle από 18 Σεπτεμβρίου 1922 λέγει: «Ο χαμηλότερος υπολογισμός των ψυχών πού χάθηκαν και πού ανακοίνωσαν οι πρόσφυγες καθορίζει το σύνολο των σε εκατόν είκοσι χιλιάδες».
Το Πρακτορείο Reuter, σε μια ανταπόκριση της ίδιας ημέρας κάμνει την εξής διαπίστωση: «Από καμμιά απ' τις εκθέσεις δεν είναι δυνατό να δώσει κανείς ακριβείς αριθμούς για τα θύματα, κατά πασαν όμως πιθανότητα πρέπει αυτά να υπερβαίνουν τις εκατό χιλιάδες».
Ο κ. Roy Treloar, ανταποκριτής της εφημερίδας, είχε τηλεγραφήσει τα εξής:* «Ο Νουρεδδήν Πασάς άρχισε ένα συστηματικό ανθρωποκυνήγι εναντίον των Αρμενίων, οι όποιοι συγκεντρώθηκαν σε ομάδες ανά εκατό, οδηγήθηκαν στο Διοικητήριο (Konak) και εφονεύθηκαν».
Ο ανταποκριτής των Τάϊμς του Λονδίνου τηλεγραφούσε: «Οι σκοτωμοί γίνονταν συστηματικά. Τούρκοι τακτικοί στρατιώτες και άτακτοι, όπως μας διηγήθηκαν, μάζευαν απ' τους δρόμους ανθρώπους πού φαίνονταν πλούσιοι και αφού τους ξεγύμνωναν, τους εσκότωναν κατά ομάδες. Πολλοί Χριστιανοί, πού είχαν καταφύγει στις εκκλησίες, κάηκαν μέσα σ' αυτές, στις όποιες έβαλαν οι Τούρκοι φωτιά».
Ο κ. Otis Swift, ανταποκριτής του «Βήματος του Σικάγου», επισκέφθηκε τα Ελληνικά νησιά, στα όποια είχαν μεταφερθεί πρόσφυγες με ατμόπλοια πού είχαν πάει για την διάσωση τους και είδε πολλά θύματα της τραγωδίας, πού οι διηγήσεις τους και το είδος των τραυμάτων τους παρείχαν πρόσθετη μαρτυρία για τη θηριωδία των Τούρκων. Ιδού μια μικρή περικοπή απ' την έκθεση του κ. Swift:
«Τα Νοσοκομεία των Ελληνικών νησιών είναι γεμάτα από ανθρώπους πού είχαν ξυλοκοπηθεί απ' τους Τούρκους. Σε ένα Νοσοκομείο της Χίου είδα ένα παιδί πού ζούσε ακόμα, αν και είχε πυροβοληθεί στο πρόσωπο από ένα στρατιώτη, πού είχε σκοτώσει τον πατέρα του και βιάσει τη μητέρα του. Στο ίδιο Νοσοκομείο υπήρχε μια οικογένεια έξη ορφανών Αρμενίων. Ένα νήπιο τεσσάρων ετών της οικογενείας αυτής είχε ξυλοκοπηθεί με τον υποκόπανο τουφεκιού, γιατί δεν είχαν βρεθεί χρήματα ραμμένα μέσα στα ρούχα του».
Είναι αναμφισβήτητο ότι πολλές χιλιάδες απ' τους ανυπεράσπιστους κατοίκους της Σμύρνης και της περιοχής της σκοτώθηκαν απ' τους Τούρκους.
Στον αριθμό εκείνων πού σκοτώθηκαν πραγματικά κατά τις ήμερες της σφαγής πρέπει να προστεθούν οι Έλληνες πού χάθηκαν μετά τον εκτοπισμό τους, οι άνθρωποι πού πέθαναν μέσα στις φλόγες η σκοτώθηκαν από την κατάρρευση τοίχων, εκείνοι πού εξέπνευσαν πάνω στην προκυμαία και όλοι εκείνοι πού υπέκυψαν έκτοτε από στερήσεις η κακώσεις η από θλίψη.