Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Ένα ......λογοτεχνικό χρονικό πριν και μετά το διωγμό από τη Μικρά Ασία


1. Σε μας, όποιαν ώρα της μέρας κι αν ερχόταν κανείς, έβρισκε πάντα κόσμο και κίνηση και κουζίνα σε δράση. Μοσχοβολούσαν ψητά και τηγανητά και λουκουμάδες και χαλβάδες και κατημέρια. Δε χρειαζόταν καν να υπάρχει  η πρόφαση κάποια γιορτής. Μπαινόβγαιναν τα παιδιά της γειτονιάς, οι δασκάλοι μας, οι ράφτρες, οι παραδουλεύτρες, οι γειτόνισσες, φτωχές και πλούσιες, οι χαρτορίχτρες, η διανοούμενη νεολαία του Αϊντινιού.
Κάθε Τετάρτη, μαζεύονταν οι συγγένισσες και οι φίλες, για να γίνει ο φιδές. Ο φιδές ήταν ένα είδος ψιλό και στρογγυλό κριθαράκι, σα χοντρές οξείες, που το ‘ φτιαχναν οι γυναίκες στρίβοντας με δεξιοτεχνία το ζυμάρι ανάμεσα στα βουτυρωμένα δάχτυλά τους και το αράδιαζαν πάνω σε κόσκινα, σε σίτες και σε τραπέζια στρωμένα με ολόασπρα τραπεζομάντηλα.
......Τα πρωινά εκείνα του φιδέ παίρνανε πάντα τον τόνο γιορτής. Οι ασημένιοι δίσκοι πηγαινοερχόντανε με καφέδες και γλυκά – νερατζάκι, φιστίκι και μελιτζανάκι παραγεμισμένο με αμύγδαλο, μαστίχα και πράσινο καρυδάκι. Το κέφι τότε άναβε και καθώς τα χέρια δούλευαν με σβελτάδα το ζυμάρι, άλεθαν κι οι γλώσσες. Κι η καθεμιά έλεγε τις δικές της συνταγές για φαγιά και γλυκά.
....Το μεσημέρι όλος εκείνος ο γυναικόκοσμος έτρωγε στο σπίτι μας και τ’ απόγεμα έρχονταν κι οι άντρες απ’ τις δουλειές τους και το ρίχνανε στα ουζάκια. Η Ριρή έπαιζε πιάνο και οι νέοι χόρευαν. Αν ο καιρός ήταν καλός, πήγαιναν όλοι μαζί στις γύρω εξοχές – πότε στου Τσακίρογλου, πότε στο Μπουνάρι, πότε στο Κεπέζι και κουβαλούσαν εκεί οι «δούλες» τα λογιών λογιών μπουρεκάκια, τους παστουρμάδες, τις αγκινάρες τουρσί και τις παραγεμισμένες με αντζούγια ελιές.
Ο θείος Θανάσης τότε μεθούσε, έπαιζε κιθάρα, τραγουδούσε, έκανε εξομολογήσεις στις όμορφες κι έλεγε στ’ αδέρφια του και στο θείο Γιάγκο που συζητούσαν όλο για τις επιχειρήσεις τους
-Αφήστε βρε αρκαντάσηδες, ήσυχα για λίγο τα μυαλά σας. Η ζωή θέλει έρωτα και λουλούδια. Θέλει και καντάρια χαρά και καλοσύνη, θέλει και ασκιά, πολλά ασκιά κρασί και γέλιο.

Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν
 
Κατημέρι: είδος γλυκίσματος
Αϊντίνι: πόλη της Μ. Ασίας που είχε πριν από την καταστροφή 10.000 περίπου Έλληνες
Αρκαντάσης: σύντροφος, φίλος
 
2. Τούρκους δεν είχαμε στο χωριό – κι ας ήτανε τα τούρκικα η γλώσσα που μιλούσαμε. Άσβηστη καντήλα έκαιγε στην καρδιά η αγάπη για την πατρίδα μας την Ελλάδα. Οι Τούρκοι απ’ τα γύρω χωριά, το Κιρετσλί, το χαβουτσλί, το Μπαλατζίκ, μας τιμούσανε και μας θαυμάζανε. Έκοβε λέει το μυαλό μας κι ήμασταν εργατικοί. Και μεις, ειν’ αλήθεια, ποτέ δε τους δίναμε αφορμή ν’αλλάξουνε γνώμη. Με τον καλό λόγο στεκόμαστε και με το μπαξίς. Μέρα δεν περνούσε που να μην κατεβούνε στην αγορά μαςΤούρκοι χωριάτες. Φέρνανε ξύλα, κάρβουνα, πουλερικά, καϊμάκια, αυγά, τυριά, όλα τα μπερκέτια της Ανατολής. Τα πουλούσανε στο παζάρι κι αγόραζαν ύστερα από τα μαγαζιά μας ό,τι είχαν ανάγκη. Το βράδυ ξαναγυρίζανε στα χωριά τους. Μερικοί μέναν μουσαφιραίοι σε φιλικά σπίτια. Τρώγανε ψωμί μαζί μας και κοιμόντανε στα στρώματά μας. Το ίδιο κάνανε κι οι δικοί μας όταν πήγαιναν κατά τα τουρκοχώρια για ν’αγοράσουνε βόδια, άλογα ή μαζεμένο το γάλα της χρονιάς. Όταν ανταμώναμε ξεμοναχιασμένοι στα βουνά, χαιρετιόμαστε  με τεμενάδες, καλημερίσματα και καλησπερίσματα. « σαμπαχλαρινίζ χαϊρ ολσούν! Αξαμλαρινίζ χαϊρ ολσούν!»
Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα
 
3. Η κόνα Αγγελικώ είχε αδυναμία στα παραμύθια. Ίσως γιατί την απομάκρυναν απ’τη σκληρή ζωή της, ίσως και γιατί σ’αυτά έβρισκε μια διέξοδο η ζωηρή φαντασία της. Όταν μας ξεφορτωνόταν η μητέρα, γιατί είχε δικές της συντροφιές, μας μάζευε αυτή γύρω της και μας έλεγε πότε για τις νεράιδες, που βγαίνουν τη νύχτα απ’τα μπουνάρια  και ξελογιάζουν με την ομορφιά τους τους άντρες και πότε για τα στοιχειωμένα τσοκαράκια της Βαλιντέ – χανούμ που τη σκότωσε ο άντρας της από ζήλεια κι από τότε τις νύχτες τρέχουν μόνα τους τα τσοκαράκια και φωνάζουν την κυρά τους: «Βαλιντέ! Βαλιντέ». Όταν πρωτακούσαμε το παραμύθι αυτό, ούτε η Ριρή, ούτ’εγώ κλείσαμε μάτι. Καθώς προχωρούσε η νύχτα κι οι δρόμοι πέφτανε στη σιωπή του φόβου, ακούστηκε ο χτύπος του ραβδιού του παζβάντη:  «ταμ, ταμ, τάκα, τάκα, νταν...». Άλλοτε ο χτύπος αυτός μας έδινε το αίσθημα της σιγουριάς. Ήταν το σύνθημα για τον κόσμο να κοιμηθεί ήσυχα, γιατί οι παζβάντες άγρυπνοι φρουροί φύλαγαν τη ζωή και την περιουσία του. Μα εκείνη τη νύχτα η φαντασία μας έτρεχε αχαλίνωτη. -Ακούς; Ακούς τα τσοκαράκια; Ψιθύρισε η Ριρή.
-Ακούω, της είπα κι έτρεμα σύγκορμη.Ο αγαπημένος ήρωας της κόνα Αγγελικώς ήταν ο Τσάκιτζης, ο ξακουστός Εφές του Αϊντινιού. Μας τον παράσταινε προστάτη της φτωχολογιάς, μεγαλόκαρδο, σελμπέση και δίκαιο. Μα μέσα σ’εκείνες τις διηγήσεις της έβαζε και τους δικούς της καημούς και πόθους, τις προσδοκίες, τις πίκρες και το άχτι της για τις αδικίες των ισχυρών.Έβρισκε ξεχωριστή ευχαρίστηση να διηγείται, με νέες πάντα παραλλαγές, την ιστορία του σκληρού και άπονου Ραμάζη, του τσιφλικά, που έκανε «μαύρη κι άραχλη» τη ζωή των φτωχών κι άφηκε τα παιδιά τους να πεθαίνουν απ’ το χτικιό.  Μα ένα βράδυ ο Τσάκιτζης ζώστηκε τις πιστόλες του, καβαλίκεψε τ’άσπρο του το άτι και «τάκα – τουκ, τάκα – τουκ», νάτος με τα παλικάρια του στον κούλα του Ραμάζη.

Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν

Κόνα: κυρά
μπουνάρι: πηγή
Βαλιντέ –χανούμ: η μητέρα του σουλτάνου
παζβάντης: νυχτοφύλακας
Τσάκιτζης ή Τσακιτζής: δημοφιλής ήρωας λαϊκών αναγνωσμάτων που λήστευε τους πλούσιους τσιφλικάδες της περιοχής του Αϊδινίου και μοίραζε τα αγαθά τους στη φτωχολογιά
Εφές: αφέντης, κύριος
κούλα ή κουλές: πύργος
 
4. Θαμπώθηκαν τα μάτια του Δημητρού, σαν έφτασε στην Πόλη. Στην ωραία Επτάλοφο. «Χαίρε, Κωνσταντινούπολις, των Πόλεων η βασιλίς». Ξαπλωμένη πάνω σε δύο ηπείρους, ανοίγει η Πολη τα στήθια της στο βοριά της Μαύρης Θάλασσας  από τη μια μεριά και στη νοτιά του Μαρμαρά από την άλλη. Γιουρούσι λες και κάνουμε τα δυο αντίθετα ρεύματα για να την κατακτήσουνε. Παλεύει η Δύση με την Ανατολή κα τη διεκδικούνε και αφρίζουνε και κλωθογυρίζουνε μπροστά στην πούντα του Σαράι Μπουρνού, στα πόδια της Αγιάς Σοφιάς μες στην καρδιά της Πόλης.
Πώς να μη γίνει ο Δημητρός ποιητής, πώς να μη γίνει ρομαντικός! Σπάραξε η καρδιά του σαν είδε τους μιναρέδες γύρω απ’ την Αγια – Σοφιά. Και όμως εκείνη στέκεται μεγαλόπρεπη και με ηγεμονική σεμνότητα σκορπά στη γύρο της τη γαλήνη. Μπροστά στο μεγαλείο της  μυρμήγκι μοιάζει ο άνθρωπος, και όμως κα το μυρμήγκι μέσα στην Αγια – Σοφιά φαίνεται και παίρνει σημασία. Κάτω απ’ το μεγάλο θόλο της σαν σταθείς, δεν ξέρεις αν ο θόλος πρόβαλε για να σε προστατέψει ή αν υψώνεται, για ν’ανοιχτεί και να πετάξεις απάνω. Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια....Άλλον ένα Παρθενώνα χτίσαν οι Βυζαντινοί και τον αφιέρωσαν και αυτοί στου Θεού τη Σοφία.
Έτσι την είδε ο Δημητρός την Αγιά – Σοφιά που στέκεται μέσα στην παλαιά Πόλη που την τριγυρίζουνε τα τείχη τα βυζαντινά. Εκεί δεν είχε πάνε κι έλα και θόρυβο και θέατρα και ξένους, όπως στο Πέρα και στο Γαλατά. Εκεί η ζωή κυλούσε γιαβάς γιαβάς. Στενά λιθόστρωτα σοκάκια, μικρά ξύλινα σπίτια με τεράστιες γεροδεμένες πόρτες που μοιάζουν πόρτες φυλακής. Καφασωτά παράθυρα, ερημιά. Τσαρσιά  με ραχατλήδες ανατολίτες εμπόρους καθισμένους σταυροπόδι μπροστά στην πραμάτεια τους: φίλντισι, κεχλιμπάρι και σιντέφι. Μεταξωτά υφάσματα και λαχουρένια σάλια από τις Ινδίες, πολύτιμα αρώματα....

Λωξάντρα, Μαρία Ιορδανίδου
 
Μαρμαράς: η Προποντίδα
Γιουρούσι: έφοδος
Πούντα: το άκρο του ακρωτηρίου
γιαβάς γιαβάς: σιγά σιγά
Ραχατλής: αυτός που αγαπάει την αργία, τεμπέλης
Λαχουρένιος: από λαχούρι: είδος λεπτού μάλλινου γυναικείου υφάσματος

5.  Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σαν να ‘τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ’όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψούνιζε. Από το ‘να μαγαζί έβγαινε, στ’άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.Οι μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό από τον κόσμο που φουμάριζε. Ο καφενές τ’ Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Είχε μέσα δύο σόμπες, και τα τζάμια ήτανε θαμπά, απ’όξω έβλεπες σαν ίσκιους τους ανθρώπους. Οι μουστερήδες είχανε βγάλει τις γούνες από τη ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραίοι. Κάθε τόσο άνοιγε η πόρτα και μπαίνανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. ..Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα, που λένε μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα, και κείνα παράφωνα.
..........Η ώρα περνούσε κι ανάριευε σιγά σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν  ένα ένα. Μονάχα μέσα στα μπαρμπεριά  ξουριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι.
Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι νοικοκυράδες  και τα παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες, και κείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει,
Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη.....
Κι αφού ξιστορούσανε όσα λέγει το Ευαγγέλιο, τον Ιωσήφ, τους αγγέλους, τους τσομπάνηδες, τους μάγους, τον Ηρώδη, το σφάξιμο των νηπίων και τη Ραχήλ που έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια:
Ιδού οπού σας είπαμεν όλην την ιστορίαν,Του Ιησού μας του χριστού γέννησιν την αγίαν.
Και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθείτε,Ολίγον ύπνον πάρετε και πάλι σηκωθείτε.
Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε, Στη εκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπείτε.
Ν’ακούσετε με προσοχήν  όλην την υμνωδίαν Και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν
Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας,Ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας.
Και τον σταυρόν  σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε,Δότε και κανενός πτωχού, όστις να υστερείται.
Δότε κι εμάς τον κόπον μας ότ’ είναι ορισμός σας,Και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.
Και εις έτη πολλά

Φώτης Κόντογλου, Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου
 
Τάντανο: δριμύ ψύχος, παγωνιά
Τσαρσί: αγορά
Αναριεύω: αραιώνω
Μουστερής: πελάτης
 
6. Σόλη τη διαδρομή, καθώς αγκομαχούσε το τρενάκι του Μπουτζά για να φτάσει στη Σμύρνη, αγκομαχούσε κι η καρδιά μου από αγωνία. Τα μάτια μου παίζανε νευρικά αρπάζοντας εκείνες τις όλο γαλήνη εικόνες του ήρεμου τοπίου: τα περιβόλια με τα δέντρα, που τα κλαριά τους γέρνανε ως κάτω απ’τον πλούσιο καρπό, τα κοκκινόμαυρα χώματα, που ρουφούσαν ηδονικά τα τρεχούμενα λαχταριστά νερά, τις αγελάδες και τ’άλογα που αδιάφορα μαζούλιζαν το αφράτο χορτάρι τους. Εδώ κι εκεί αμέριμνοι οι χωρικοί με τις κουνιστές τους βράκες, σκάλιζαν τη γης και όργωναν τ’αμπέλια που θα πότιζαν αύριο με το χυμό τους το κέφι των εύθυμων Σμυρνιών, για να τραγουδούν κα ν’αγαπούνε
Μέσα μου πάλευε η συγκίνηση με την οργή. Γιατί πάλι αυτή η αναταραχή κι η τρικυμία; Γιατί οι άνθρωποι του τόπου μας έπρεπε να τρέχουν κυνηγημένοι κα να σκοτώνονται. Γιατί να καίγονται πάλι τα σπίτια τους και τα σπαρτά τους και οι ελπίδες τους; Γιατί δε βρισκόταν ένας τρόπος να ζει ο καθένας στη γη των προγόνων του και να τη δουλεύει ήσυχα και καλά, είτε Τούρκος ήταν είτε Έλληνας; Να ‘ταν από Θεού δοσμένο τότε, δε θα ‘ταν πόλεμος, θα ‘ταν σεισμός, αστροπελέκι, πλημμύρα. Τούτη τη συμφορά ποιοι άνθρωποι να τη φτιάχναν και γιατί;

Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν

7. Στις 8 Νοεμβρίου ανακοινώθηκε το φιρμάνι, στις 13 τοιχοκολλήθηκε, κι ίσαμε τις 16 έπρεπε όλος ο πληθυσμός της Τρίπολης να έχει εγκαταλείψει σπίτια, χωράφια και πλεούμενα. Ο λαός της Τρίπολης έπρεπε να έχει θάψει εκεί που κοιλοπόνεσε, εκεί που μόχθησε, εκεί που χάρηκε κι αγάπησε, την καρδιά του, τη μεγάλη καρδιά ενός μικρού πληθυσμού που ακολούθησε στητός, ανίκητος, την πίστη και την πατρίδα του.
Κι αφού τρεις μέρες και τρεις νύχτες δίχως ήλιο και δίχως αστέρια ετοιμάζανε ό,τι ήτανε βολετό να μεταφερθεί, αφού πουλήσανε στους Τούρκους ό,τι ήτανε δυνατό να πουληθεί, κρεμάσανε στο αλιμό τους το κλειδί της μπαρωμένης ξώθυρας κι ήτανε τούτο ο σταυρός της πορείας τους.
Κι όσο δεν είχε επίσημα ανακοινωθεί η απέλαση, ελπίζανε ακόμη. Ο καϊμακάμης τους είχε υποσχεθεί πως δε θα τους απελάσει, κι ο δήμαρχος της πόλης, που τους συμπαθούσε, ο Χατζή Εμίν, είτε γιατί δεν το ήξερε, είτε γιατί δεν τολμούσε, δεν τους το είπε, όταν τόνε ρωτήσανε, κι έτσι κανένας δεν πρόλαβε να φύγει, κανένας να κρυφτεί, έξω από κείνα τα 15 παλικάρια που περάσανε με σκάφες τη θάλασσα και τον Χαρσιώτη.
Ήτανε Τετάρτη πρωί, σαν έφτασε ο διοικητής με τους χωροφύλακες και ανακοίνωσε την απόφαση της κυβέρνησής του, που έλεγε πως μέσα σε τρεις μέρες όλοι οι χριστιανοί κάτοικοι της πόλης πρέπει να είναι έτοιμοι να βαδίσουν προς το εσωτερικό.
.........Κι ήταν κάτι αφάνταστο εκείνη η πορεία μέσα στη μαύρη νύχτα κα στην ψιλή βροχή. Ένα δάσος που κινείται και καίεται από δαδιά, από κεριά, από αφάνες αναμμένες και τα κλάματα κι οι κραυγές των μανάδων που χάνανε τα παιδιά και μέσα σε κείνη τη φωτισμένη κόλαση να τα γυρεύουν, ενώ άλλοι βουλιάζανε μέσα στα ριζοτόπια του Τοματζλού κι άλλοι χάναν το δρόμο και το χέρι των δικών τους. Κι άκουγες σαν τα χαμένα αγρίμια να βγαίνουν ματωμένες από μέσα μας οι φωνές, Παναγή!!! Νικόλα!!! από κάτω...πιο δεξιά....μ’ακούς, παιδί μου;
Κι ερχότανε η ηχώ, όι...όι...μανίτσα.

Η Τρίπολη του Πόντου, Tατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ
Φιρμάνι: σουλτανικό διάταγμα
Τρίπολη: πόλη του Πόντου ανάμεσα στην Κερασούντα και Τραπεζούντα
Καϊμακάμης: Τούρκος διοικητής
Χαρσιώτης: ποτάμι που χύνεται στον Εύξεινο, κοντά στην Τρίπολη
 
8. Τελείωσε. Το Αϊβαλί άδειασε πια. Το απόγευμα φεύγει το τελευταίο βαπόρι. Όσοι είναι να φύγουν θα φύγουν. Αλλιώς δεν έχει άλλο. ..Η μητέρα μου δε θέλει να φύγει. Ο γερο – πατέρας μου την παρακαλεί και της λέει πως έχουμε κορίτσια. Πρέπει. ...Κατά τις τρεις το απόγεμα την καταφέρνουν, τέλος, και τη μητέρα μου πως «πρέπει». Έρχουνται στη φυλακή και παρακαλούν τον αξιωματικό, μια τελευταία ικεσία: να τους αφήσει να μπουν μες στο υπόγειο να μ’ αποχαιρετήσουν. Με πολλές δυσκολίες τους δίνει την άδεια. Είναι όλοι, ο γερο – πατέρας, η μητέρα μου, ο Θάνος, η Ανθίππη, η Σοφία, η Αγάπη, η Λένα, όλοι. Μ’αγκαλιάζουν πρώτα και με φιλούν τα παιδιά. Ένα – ένα, μόλις κάμουν το καθήκον τους, φεύγουν όξω. Οι σύντροφοί μου μας έχουν τριγυρίσει. Παρακολουθούν σιωπηλά. Με πιάνει απ’ τους ώμους ο πατέρας μου. Δεν τον είχα δει να κλάψει ποτές. Με κρατά μια μακριά στιγμή έτσι, απ’ τους ώμους, ύστερα σκύβει και με φιλά στο μέτωπο. Ένα νευρικό έχει πιάσει τα ματόκλαδά του. ...Όμως η μητέρα μου, που έρχεται τελευταία, δε θέλει να ξεκολλήσει από πάνω μου. Είμαστε εκεί μια μάζα, έχω χώσει το κεφάλι μου μες στο μαραμένο κόρφο της, να κρατήσω για τελευταία φορά αυτή τη ζέστη πάνω στο μάγουλό μου. Με σφίγγει, δε θέλει να μ’αφήσει. Τα δακρυά της μποδίζουν τα λόγια να βγουν καθαρά. Μόλις καταλαβαίνω πως λέει πως δε θα το βαστάξει και θα πεθάνει γρήγορα. Το ξαναλέει, σα να είναι κάτι που μου το υπόσχεται. Σηκώνει το πρόσωπό της, πιάνει το δικό μου με τα χέρια της και με κοιτάζει σα μια εικόνα που δεν πρόκειται να τη δει ποτές πια, σκύβει πάλι, μου μαζεύει το σακάκι, ασυναίσθητα, να με κουμπώσει μη κρυώνω, σαν να ήμουν παιδάκι.  Ο πατέρας μου την τραβά. - Δε θα προφτάσουμε το βαπόρι...Δε θα προφτάσουμε...μουρμουρίζει συγκινημένος. Κ’εγώ τη σπρώχνω, μην τυχόν και δεν προφτάξουν. - Μανούλα, να φύγετε!..Θα σε θυμάμαι....

Ηλίας Βενέζης, Το νούμερο 31328
  
9. Μέσα ήταν και πολίτες Τούρκοι που ταξίδευαν στην Πόλη. Δίπλα μου μια παρέα έτρωγε και τραγουδούσε με κέφι.Ένας γέρος στεκόταν όρθιος παραπέρα και τους άκουγε κατσουφιασμένος. Έκανα να τον ζυγώσω και να του πιάσω κουβέντα.Δε μου έμοιαζε για Τούρκος. Αυτός μ’αγριοκοίταξε. Τραβήχτηκα. Σε λίγο πήγα πάλι κοντά του. - Γιατί δε μου μιλάς; Του λέω τούρκικα. - Τι θέλεις από μένα; μου λέει.- Να σε ρωτήσω θέλω. Το βαπόρι θα πιάσει σκάλα στη Μυτιλήνη;- και που ξέρω εγώ, μου απαντά.- Καλά, εσύ πού πας;- Γιατί με ρωτάς; μου λέει.- Μου φαίνεσαι σαν Έλληνας. Είμαι κι εγώ Έλληνας. Ένας χρόνος πάει που ‘μενα στην Τουρκιά, κάνοντας τον Τούρκο, για να γλιτώσω. - Μωρέ τι λες; Μου λέει ελληνικά.... Να με συμπαθάς, μου λέει. ..Κάτσε εδώ, να πάω να το πω στον καμαρότο. Είναι κι αυτός Έλληνας. Να ιδούμε τι θα γίνει.
Πήγε και του λέει:- Ένας χριστιανός, ντυμένος τούρκικα, έρχεται απ’ τη Σμύρνη. Κοίταξε να τον σώσουμε......Το καράβι άρχισε να σφυράει και σιγά σιγά σταμάτησε μες στο λιμάνι της Μυτιλήνης....Βγήκαμε στο Λιμεναρχείο. ..Με πήγε στο Φρουραρχείο. Μόλις με είδε ο Φρούραρχος: - καλώς τον, μου λέει, κάτσε. Από που έρχεσαι; Πού πας; Πού έκανες στρατιώτης; Ποιον είχες διοικητή;...Έχεις εδω κανένα Σωκιανό να σε ξέρει;- Εγώ που να ξέρω, τώρα ήρθα, του λέω.- Εσείς δεν ξέρετε κανέναν; Ρωτά τους χωροφύλακες.
Ένας τους λέει: - Κάποιος ξενοδόχος, κύριε φρούραρχε, θαρρώ πως είναι απ’ τα Σώκια. - Πήγαινέ τον. Κι αν γνωριστούν, να μείνει στο ξενοδοχείο.......Ως τα μεσάνυχτα λέγαμε τα βάσανά μας. Ο ύπνος μας πήρε απάνω σε κουβέντα. Το πρωί ξύπνησα ησυχασμένος. Ντύθηκα και πήγα στην εκκλησία. Άναψα ένα κερί, γονάτισα και προσευχήθηκα.

Στρατής Δούκας, Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου

10. Πλησιάζανε οι Φωκιανοί λαχανιασμένοι, στο απάνω χωριό, που είχαν οι άλλοι πρόσφυγες, οι Ανατολίτες, όταν σταματήσανε μονομιάς. Ένας μοναχός, ολομόναχος άνθρωπος πρόβαλε στο μονοπάτι. Είχε σκεπασμένο με τσουβάλια το κορμί του, το πρόσωπό του ήταν  κίτρινο, ήταν ολομόναχος....- Είναι ο Αντρέας! Είναι ο Αντρέας της κυρά Σοφούλας!Κι ύστερα άρχισαν να τον πνίγουν στα ρωτήματα:- Μην είδες τον τάδε; Μην είδες τον τάδε;- Δεν ξέρω τίποτα....Δεν ξέρω τίποτα....Άρχισαν να βαδίζουν  προς την Ανάβυσσο, ο αιχμάλωτος όδευε πρώτος και το πλήθος ακολουθούσε. Πλάι του έτρεχε λαχανιασμένος ο γιατρός Βένης.- Η Άννα ζει; Ρώτησε μια στιγμή, μες στην αγωνία του, το αγόρι. - Ναι, ζει. Εδώ είναι. Εδώ είναι κι η μητέρα του Άγγελου. Μαζί με κείνον δεν ήσαστε, όταν σας πιάσανε;....- Θα ρθει με τ’ άλλο βαπόρι; επιμένει η φωνή.Πάλι- Θα ‘ρθει λοιπόν;Κι η σκληρή φωνή του αγοριού, σχεδόν άγρια, αδύνατη πια να κρατηθεί, τινάζεται σπαράζοντας:- Ε, όχι! Δε θα ρθει! Δε θα ρθει! Μη με ρωτάτε πια! φώναζε απελπισμέναΚάθισε απότομα καταγής κι έκλεισε το πρόσωπό του με τις χούφτες του. Όλοι, τότε, κάνανε ένα βουβό κύκλο πάνω από κείνο το φάντασμα.- Για ποιον λέει; ρωτούσαν σιγανά.Μα ο γιατρός τούς παρακάλεσε ν’αραιώσουν τον κύκλο, να πάρει αέρα το παιδί. Γονάτισε πλάι του κι έπιασε το μέτωπό του, σαν να ήθελε να δει αν έχει πυρετό.Ύστερα έσκυψε ακόμα πιο πολύ στ’αυτί του αγοριού, ικετεύοντας:- Η μητέρα του, να μη μάθει τίποτα, του ψιθύρισε τρέμοντας από ταραχή. Θα πρέπει να περιμένει. Κι ο Αντρέας χαμήλωσε το κεφάλι, πιο ήσυχος λίγο, στη γη. - Ναι, δε θα μάθει. ......Και για να μη μάθει κείνη η μητέρα τίποτα, ο Αντρέας κάθισε και της είπε μια ιστορία. Ήταν ένα παραμύθι όλο χρώμα και συγκίνηση, γεμάτο από καλοσύνη για δυο παιδιά που βρεθήκανε μες στο μπουρίνι του πολέμου, γεμάτο από ιερή ευγνωμοσύνη κι από θερμά δάκρυα. - Ο Άγγελος θα ‘ρθει με την άλλη αποστολή, ή με την άλλη, την άλλη. Θα ‘ρθει – ήταν ο πρώτος λόγος που είπε στη μητέρα του φίλου του.

Αιολική Γη, Ηλία Βενέζη
11. Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ’ το πηγάδι της αυλής . Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. .....Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. ...Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο κατώφλι μας, δε σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα, όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. ....Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ’τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στην αρχή μας τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους Τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας;Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα;Πάνω σ’αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια κι αμπελοχώραφα εκει κάτω. Η τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας. ...Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι – τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλική μπόμπα είχε σαρώσει την ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει. Δεν την ξανάδαμε από τότε. Άλλωστε και να ‘ρχότανε δε θα βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ’τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τί μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους. ....Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ’ το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. ...Τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ’ την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γριά να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».
Το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ: πρόκειται για το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, όπου σήμερα στεγάζεται το τουρκικό προξενείο. Ντουτιά: συκομουριά

Στου Κεμάλ το σπίτι, Γιώργος Ιωάννου

12.  Νάτην η Τραπεζούντα – πρωτεύουσα ιστορική των Κομνηνών – γεμάτη εκκλησιές, κάστρα βυζαντινά, τζαμιά κι ορθοδοξία, που από τη μια μεριά της σκαρφαλώνει στον λόφο του «Ποζ Τεπέ» κι απ’ την άλλη δροσολογιέται ανέμελα στη θάλασσα του Ευξείνου, που πότε χαϊδεύει  τις αμμουδιές της καταγάλανη, και πότε ανασηκώνεται θυμωμένη, σε κύματα θεόρατα, που σπάζουν και βροντολογούν στα βράχια του γιαλού της.
Σπίτια μικρά, μεγάλα, που οι αυλές τους – πλακόστρωτες αλλού κι αλλού με καρφωμένα βοτσαλάκια – λαμποκοπάνε από πάστρα κι οι κήποι τους ολούθε είναι πνιγμένοι στο λουλούδι, στις συκιές ή τις ροδιές ή τις μανόλιες.
Να το μεϊτάνι με τα μεγάλα καφενεία, όπου σεβάσμιοι Τούρκοι τραβούν μακάριοι τους ναργιλέδες, κι οι δρόμοι με τα μαγαζιά, τα σεκερτζίδικα με τα πολύχρωμα ζαχαρωτά, τα χαλβατζίδικα με τους πελώριους άσπρους χαλβάδες, τις λεμονάδες, τα σερμπέτια και πέρα τα κεμπαπτζίδικα με τα ντονέρ κεμπάπια, όπου ο κεμπαπτζης ξεσπά μερακλωμένος σε κραυγές.
........Όσο μακρύτερα πάει η θύμηση, τόσο πιο καθαρά βλέπει τις εικόνες – εκεί στον κεντρικό δρόμο προς το λιμάνι και το τελωνείο ξανοίγει το μαγαζί του πατέρα με τα τενεδιώτικα κρασιά και την ταμπέλα από πάνω: ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΠΩΛΕΙΟΝ Η ΩΡΑΙΑ ΤΕΝΕΔΟΣ
....Συγκινημένη η θύμηση παίρνει τους δρόμους και περπατά: Ρωμαίικες γειτονιές, τούρκικοι μαχαλάδες, τζαμιά και μιναρέδες που λογχίζουν τον αέρα, αλλά και εκκλησιές – πόσες εκκλησιές! – περιοχές ολόκληρες της πόλης όλο ελληνισμός, χωρίς κανένα Τούρκο.
Βραδιάζει. Και να που εκεί ψηλά στον μιναρέ πρόβαλε ο «μολάς», που με τον ένα χέρι στο αυτί διαλαλά στα πέρατα του κόσμου, ότι ένας είναι ο Αλλάχ και προφήτης του ο Μωάμεθ.
Αλλάάάάάάάάχ
Μπιρ Αλλάάάάάάάάχ
Αλλά η απάντηση έρχεται από πλήθος καμπαναριά που χαλούν τον κόσμο με τις γλυκόλαλες καμπάνες, απ’όπου δοξολογιέται ο αληθινός Θεός των Χριστιανών και προσκαλούνται οι πιστοί στις εκκλησιές, όπου οδεύουν – ολόκληρος λαός – με πίστη και κατάνυξη, Κυριακές, γιορτές, εωθινά, εσπερινούς, Χριστούγεννα και Πάσχα.

Δημήτρης Ψαθάς, Γη του Πόντου
 
Ποζ Τεπέ: ονομασία του λόφου νότια της Τραπεζούντας
Μεϊτάνι: πλατεία
Σεκερλίδικα: ζαχαροπλαστεία
Σερμπέτι: είδος γλυκού και αρωματικού αναψυκτικού
Μπιρ: ένας

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Στου Κεμάλ το Σπίτι

Έτυχε να παρευρεθώ το Σάββατο 22 Μαϊου στην εκδήλωση μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων και άκουσα από τον κεντρικό ομιλητή το ίδιο σχόλιο – πιθανότατα αποτελούσε κεντρική γραμμή της Ομοσπονδίας των Ποντίων γιατί το διάβασα και σε ιστοσελίδα στο διαδίκτυο - σχετικά με την άκαιρη επιλογή του Υπουργείου Παιδείας να εξετάσει τους μαθητές της Γ΄Λυκείου Θεωρητικής Κατεύθυνσης στο κείμενο του Γιώργου Ιωάννου «Στου Κεμάλ το σπίτι», θεωρώντας πως προσβάλει τη μνήμη των σφαγιασθέντων από το κεμαλικό καθεστώς, ενώ παράλληλα τιμά τον Ατατούρκ.
Χωρίς καμιά διάθεση να υποστηρίξω το Υπουργείο Παιδείας, που φυσικά κατά καρούς έχει προχωρήσει σε πράγματι λανθασμένες και προκλητικές επιλογές, που όντως ασεβούν στη μνήμη των Μικρασιατών, θεωρώ το συγκεριμένο σχόλιο εντελώς αφελές – ακριβώς επειδή πρόκειται για δημόσιο λόγο και θα πρεπε να προϋποθέτει την τεκμηρίωση -που στοχεύει μόνο στην πρόκληση εντυπώσεων.
Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό κείμενο προέρχεται από έναν άνθρωπο που γεννήθηκε από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη (ο πατέρας του ήταν από τη Ραιδεστό και η μητέρα του από την Κεσσάνη). Θέμα του είναι οι επαναλαμβανόμενες επισκέψεις μιας γυναίκας τουρκικής καταγωγής σ’ένα σπίτι που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη, όπου κάποτε ζούσε η ίδια και τώρα ζει η οικογένεια του συγγραφέα. Η γυναίκα αυτή, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το αρχοντικό της λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών, επισκεπτόταν το σπίτι λόγω της ασίγαστης νοσταλγίας που ένιωθε για τον τόπο και το πατρικό της.
Το κείμενο, λοιπόν, του Ιωάννου έχει ως βασικό του θέμα την αγάπη και τη νοσταλγία που νιώθουν οι άνθρωποι κάθε εθνικότητας για τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, τον πόνο του ξεριζωμού και την προσφυγιά. Η γυναίκα που περιγράφεται, η μαυροφορεμένη Τουρκάλα είναι ένας ανθρώπινος τύπος σαν κι εμάς∙ μια γυναίκα που η βίαιη αποκοπή της από τον τόπο που αγάπησε τη σημάδεψε σε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή της, που δεν ξεχνά όσα χρόνια κι αν περάσουν, που συνεχίζει να νοσταλγεί γι’ αυτό και επιστρέφει στον τόπο της, αναζητά τις ρίζες της, πίνει νερό από το πηγάδι και τρώει μούρα από το δέντρο, για να ζωντανέψει στιγμές από το παρελθόν. Ας προσέξουμε την αλλαγή στη συμπεριφορά του συγγραφέα και της οικογένειάς του ∙ όταν καταλαβαίνουν ότι η γυναίκα είναι τουρκικής καταγωγής ξυπνούν μέσα τους οι φριχτές μνήμες από το δικό τους ξεριζωμό, από τη βίαιη εγκατάλειψη των δικών τους πατρογονικών εστιών, από τις αρπαγές, τις γενοκτονίες, τις σφαγές και το θάνατο. Όταν όμως σκέφτονται την κοινή μοίρα του ξεριζωμένου πρόσφυγα που είχαν μ’αυτή τη γυναίκα, το σπαραγμό, τον πόνο και τη νοσταλγία του πρόσφυγα - έστω κι αν βρίσκονταν σε θέσεις αντίθετες - η καρδιά τους ζεσταίνει από συμπάθεια και συμπάσχουν μαζί της.
Τέτοια λοιπόν σχόλια προσβάλλουν τη μνήμη του ίδιου του συγγραφέα, που σε καμιά περίπτωση δε συνθέτει ένα εγκώμιο του Κεμάλ. Αντίθετα στα κοινά μαρτύρια των λαών αφιερώνει το έργο του.
Παραθέτω το κέιμενο.
Γιώργου Ιωάννου
Στοῦ Κεμάλ τό Σπίτι
Δέν ξαναφάνηκε ἡ μαυροφορεμένη ἐκείνη γυναίκα, πού ἐρχόταν στό κατώφλι μας κάθε χρονιά, τήν ἐποχή πού γίνονται τά μοῦρα, ζητώντας μέ εὐγένεια νά τῆς δώσουμε λίγο νερό ἀπ’ τό πηγάδι τῆς αὐλῆς. Ἔμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηροῦσε ὅμως πάνω της ἴχνη μιᾶς μεγάλης ἀρχοντικῆς ὀμορφιᾶς. Καί μόνο ὁ τρόπος πού ἔπιανε τό ποτήρι, ἔφτανε γιά νά σχηματίσει κανείς τήν ἐντύπωση πώς ἡ γυναίκα αὐτή στά σίγουρα ἦταν μιά ἀρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω τό ποτήρι, ποτέ δέν παρέλειπε νά μᾶς πεῖ στά τούρκικα τήν καθιερωμένη εὐχή, πού μπορεῖ νά μήν καταλαβαίναμε ἀκριβώς τά λόγια της, πιάναμε ὅμως καλά τό νόημά της: «Ὁ Θεός νά σᾶς ἀνταποδώσει τό μεγάλο καλό». Ποιό μεγάλο καλό; Ἰδέα δέν εἴχαμε.
Καθόταν ἥσυχα γιά ὥρα πολλή στό κατώφλι τῆς αὐλῆς, κι ἀντί νά κοιτάζει κατά τό δρόμο ἤ τουλάχιστο κατά τό πλαϊνό
σπίτι τοῦ Κεμάλ1, αὐτή στραμμένη ἔριχνε κλεφτές ματιές πρός τό δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε ἔκλεινε τά μάτια καί τό πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ὀνόματα παράξενα. Ἐμεῖς, πάντως, δέν παραλείπαμε νά τῆς δίνουμε μοῦρα ἀπ’ τήν ντουτιά2, ὅπως ἄλλωστε δίναμε σ’ ὅλη τή γειτονιά καί σ’ ὅποιον περαστικό
μᾶς ζητοῦσε. Ἡ ξένη τά ἔτρωγε σιγανά, ἀλλά μέ ζωηρή εὐχαρίστηση. Δέ μᾶς φαινόταν παράξενο πού τῆς ἄρεζαν τά μοῦρα μας τόσο πολύ. Τό δέντρο μας δέν ἦταν ἀπό τίς συνηθισμένες μουριές, ἀπ’ αὐτές πού κάνουν ἐκεῖνα τά ἄνοστα νερουλιάρικα μοῦρα. Τό δικό μας ἔκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σά βύσσινα, καί πολύ κόκκινα στό χρώμα. Ἦταν δέντρο παλιό καί τεράστιο, τά κλαδιά του ξεπερνοῦσαν τό δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ἕνα κακό εἶχε• τά φύλλα του ἦταν σκληρά καί οἱ μεταξοσκώληκές μου δέν μπορούσαν νά τά φᾶνε. Ἦταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ’ ὅλο τό Ἰσλαχανέ3 κι ἀκόμα πιό πέρα.
Τήν πρώτη φορά πού εἶχε καθίσει ἡ ἄγνωστη γυναίκα στό κατώφλι μας, δέ σκεφτήκαμε νά τῆς προσφέρουμε μοῦρα, ὅμως σέ λίγο μᾶς ζήτησε ἡ ἴδια λέγοντας πώς ἤθελε νά φυτέψει τό σπόρο τους στόν μπαχτσέ4 της. Ἔφαγε μερικά καί τά ὑπόλοιπα τά ἔβαλε σ’ ἕνα χαρτί καί ἔφυγε καταχαρούμενη.
Τή δεύτερη φορά θά ἦταν κατά τό τριάντα ὀχτώ, δυό χρόνια, πάντως, μετά τήν πρώτη, δέν ἔβαλε μοῦρα στό χαρτί. Κάθισε καί τά ἔφαγε ἕνα ἕνα στό κατώφλι. Φαίνεται πώς ὁ σπόρος ἀπ’ τά προηγούμενα εἶχε ἀποδώσει, ἀλλά γιά νά δώσει καί μοῦρα ἔπρεπε, βέβαια, νά περάσουν χρόνια. Τό δέντρο αὐτό, ὅπως ὅλα τά δέντρα πού μεγαλώνουν σιγά, ζεῖ πολλά χρόνια καί ἀργεῖ νά καρπίσει.
Ἡ γυναίκα ξαναφάνηκε καί τόν ἑπόμενο χρόνο, λίγο πρίν ἀπ’ τόν πόλεμο. Ὅμως τή φορά αὐτή τῆς προσφέραμε νερό ἀπ’ τή βρύση. Ἀρνήθηκε νά πιεῖ τό νερό. Μόλις τό ἔφερε στό στόμα, μᾶς κοίταξε στά μάτια καί μᾶς ἔδωσε πίσω τό γεμάτο ποτήρι. Ἐπειδή τήν εἴδαμε πολύ ταραγμένη, θελήσαμε νά τῆς ἐξηγήσουμε. Ὁ σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας εἶχε διοχετεύσει τό βόθρο τοῦ σπιτιοῦ στό βαθύ πηγάδι. «Τώρα πού σᾶς ἔφερα τό νερό στίς κουζίνες σας, δέ σᾶς χρειάζεται τό πηγάδι», μᾶς εἶχε πεῖ. Ἡ γυναίκα βούρκωσε, δέ μᾶς ἔδωσε ὅμως καμιά ἐξήγηση γιά τήν τόση λύπη της. Γιά νά τήν παρηγορήσουμε τῆς δώσαμε περισσότερα μοῦρα κι ἡ γιαγιά μου τῆς εἶπε κάτι πού τήν ἔκανε νά τιναχτεῖ: «Θά σοῦ
τά ἔβαζα σ’ ἕνα κουτί, ἀλλά δέ βαστᾶνε γιά μακριά». Καί πράγματι εἴχαμε ἀρχίσει κάτι νά ὑποπτευόμαστε. Τήν ἄλλη φορά εἴδαμε, πώς μόλις ἔφυγε ἀπό μᾶς, πῆγε δίπλα στοῦ Κεμάλ τό σπίτι, ὅπου τήν περίμενε μιά ὁμάδα ἀπό τούρκους προσκυνητές, πού κοντοστέκονταν στό πεζοδρόμιο. Ἐμεῖς ὥς τότε θαρρούσαμε πώς εἶναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, ἀπ’ τίς πάμπολλες ἐκεῖνες, πού δέν ἤξεραν λέξη ἑλληνικά, μιά καί ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν εἶχε γίνει με βάση τή θρησκεία καί ὄχι τή γλώσσα. Ἡ ἀποκάλυψη αὐτή στήν ἀρχή μᾶς τάραξε. Δέ μᾶς ἔφτανε πού είχαμε δίπλα μας τοῦ Κεμάλ τό σπίτι, σά μιά διαρκῆ ὑπενθύμιση τῆς καταστροφῆς, θά εἴχαμε τώρα καί τούς τούρκους νά μπερδουκλώνονται πάλι στά πόδια μας; Καί τί ἀκριβῶς ἤθελε ἀπό μᾶς αὐτή ἡ γυναίκα; Πάνω σ’ αὐτό δέν ἀπαντήσαμε, κοιταχτήκαμε ὅμως βαθιά ὑποψιασμένοι. Καί τά ἑπόμενα λόγια μας ἔδειχναν πώς ἡ καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως ἀπό συμπάθεια κι ἐλπίδα. Εἴχαμε κι ἐμεῖς ἀφήσει σπίτια κι ἀμπελοχώραφα ἐκεῖ κάτω.
Ἡ τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τόν πόλεμο. Ἐμεῖς καθόμασταν πιά σέ ἄλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, ὅμως τήν εἴδαμε μιά μέρα νά κάθεται κατατσακισμένη στό κατώφλι τοῦ παλιοῦ σπιτιοῦ μας. Ὁ πρῶτος πού τήν εἶδε, ἦρθε μέσα καί φώναξε: «ἡ τουρκάλα!» Βγήκαμε στά παράθυρα καί τήν κοιτάζαμε μέ συγκίνηση. Παραλίγο νά τήν καλέσουμε ἀπάνω στό σπίτι τόσο μᾶς εἶχε μαλακώσει τήν καρδιά ἡ ἐπίμονη νοσταλγία της. Ὅμως αὐτή κοίταζε ἀκίνητη τήν κατάγυμνη αὐλή καί τό ἔρημο σπίτι. Μιά ἰταλιάνικη μπόμπα6 εἶχε σαρώσει τήν ντουτιά κι εἶχε ρημάξει τό καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς νά καταφέρει νά τό γκρεμίσει.

Δέν τήν ξανάδαμε ἀπό τότε. Ἦρθε – δέν ἦρθε, ἄγνωστο. Ἄλλωστε καί νά ’ρχότανε δέ θά ’βρισκε πιά τό κατώφλι μέ τό ἀφράτο μάρμαρο γιά νά ξαποστάσει. Τό σπίτι εἶχε ἀπό καιρό παραδοθεῖ σέ μιά συμμορία ἐργολάβων καί στή θέση του ὑψώθηκε μιά πολυκατοικία ἀπ’ τίς πιό φρικαλέες. Τώρα ἑτοιμάζονται νά τήν γκρεμίσουν οἱ γελοῖοι. Ποιός ξέρει τί μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι τό πονηρό μυαλό τους.
Ἄν γίνει αὐτό, θά παραφυλάγω νύχτα μέρα, ἰδίως ὅταν τό σκάψιμο θά ἔχει φτάσει στά θεμέλια, κι ἴσως μπορέσω νά ἐμποδίσω ἤ τουλάχιστο νά καθυστερήσω τό χτίσιμο τοῦ νέου ἐξαμβλώματος7. Τήν προηγούμενη φορά εἶχε βρεθεῖ ἐκεῖ στά βάθη ἕνα θαυμάσιο ψηφιδωτό, πού ἄρχιζε ἀπ’ τό οἰκόπεδο τοῦ δικοῦ μας σπιτιοῦ καί συνεχιζόταν πρός τό σπίτι τοῦ Κεμάλ. Τό ψηφιδωτό αὐτό οἱ δασκαλεμένοι ἐργάτες τό σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα γιά νά μήν τούς σταματήσουν οἱ ἁρμόδιοι. Πάντως, τίς ὧρες πού τό ἔβλεπε τό φῶς τοῦ ἥλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια ἀπ’ τήν ἔκθαμβη γειτονιά. Ὅλοι μιλούσανε γιά τήν ὀμορφιά καί τήν παλιά δόξα, μά ἀνάμεσα στά δυνατά λόγια καί τίς φωνές, ἄκουσα μιά γριά νά σιγολέει: «Στό σπίτι αὐτό καθόταν ἕνας μπέης, πού εἶχε μιά κόρη σάν τά κρύα τά νερά. Κυλιόταν κάτω, ὅταν φεύγανε, φιλοῦσε τό κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δέν ματαεῖδα».

1. τό πλαϊνό σπίτι τοῦ Κεμάλ• πρόκειται για το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, όπου σήμερα στεγάζεται το τουρκικό προξενείο.
2.ντουτιά•ησυκομουριά
3. Ἰσλαχανέ• περιοχή της Θεσσαλονίκης (τουρκ. σωφρονιστήριο)
4.μπαχτσέ•περιβολάκι
6. Μιά ἰταλιάνικη μπόμπα• αναφέρεται στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-1941)

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Η δίκη των Εξ και η αναψηλάφησή της

H Ελληνική ........δίκη της Νυρεμβέργης και η αναψηλάφησή της

Πώς φτάσαμε στη δίκη των έξι και τι ακολούθησε της μεγαλύτερης εθνικής μας καταστροφής;

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 εκρήγνυται η επανάσταση που προετοιμαζόταν μήνες πριν, με εστίες τη Μυτιλήνη και τη Χίο και αρχηγούς το Στυλιανό Γονατά και το Νικόλαο Πλαστήρα που συγκεντρώνουν γύρω τους όσους είναι αποφασισμένοι να την φέρουν εις πέρας. Οι δυνάμεις του Γονατά που είχαν ξεκινήσει από τη Μυτιλήνη όσο κι εκείνες του Πλαστήρα από τη Χίο συγκλίνουν καταμεσής στο πέλαγος και η επαναστατημένη αρμάδα ενωμένη κινείται με κατεύθυνση τον Πειραιά για να αποβιβάσει τους 12.000 στρατιώτες που είχε μαζί της. Την επομένη ο Γονατάς που έχει προλάβει να συντάξει μια σύντομη επαναστατική προκήρυξη συναντιέται με τον Πλαστήρα πάνω στο «Λήμνος», όπου καταρτίζουν μια δωδεκαμελή επιτροπή και μια εκτελεστική την οποία εκτός από το όνομα του Γονατά, που ήταν αντιβενιζελικός και αυτό του Πλαστήρα, συμπληρώνει κι εκείνο του Δ. Φωκά, που θεωρούνταν ουδέτερος. Δυο μέρες μετά ο βασιλιάς Κωσταντίνος συναντιέται με τον πρωθυπουργό Τριανταφυλλάκο και αποφασίζουν να στείλουν τον Παπούλα, γενικό διοικητή Θράκης στο Λαύριο με σκοπό να εκμαιεύσει τις προθέσεις της Επαναστατικής Επιτροπής, κυρίως για το κατά πόσο είχαν την πρόθεση να αποδεχτούν κυβέρνηση υπό τον Ιωάννη Μεταξά. Ο Παπούλας αναφέρει στο βασιλιά ότι οι επαναστάτες, όχι μόνο απέρριψαν κάθε ιδέα για κυβέρνηση Μεταξά, αλλά επέμεναν και στην παραίτηση του ιδίου χάριν της πατρίδος. Μετά από έκτακτο υπουργικό συμβούλιο ο Παπούλας έρχεται και πάλι στο Λαύριο, για να ανακοινώσει στους επαναστάτες ότι η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου τελεί ήδη υπό παραίτηση, ενώ εκείνοι παραδίδοντάς του επιστολή υπογεγραμμένη από την Επαναστατική Επιτροπή του ζητούν ξεκάθαρα την παραίτηση του Κωνσταντίνου, γεγονός που συμβαίνει την ίδια ημέρα, στις 14 Σεπτεμβρίου, οπότε και αναλαμβάνει τα καθήκοντα του θρόνου ο διάδοχος Γεώργιος.
Με το ξέσπασμα της επανάστασης οργανώνονται από τους πιο φανατικούς και τα πρώτα σχέδια άμεσης σύλληψης και εκτέλεσης των ηγετών της αντιβενιζελικής παράταξης. Από αυτούς φαίνεται να παρασύρεται και ο Πλαστήρας που ζητά τη με συνοπτικές διαδικασίες εκτέλεσή τους. Το πρωί της 15ης Σεπτεμβρίου γίνονται γνωστές οι προφυλακίσεις των Γούναρη, Στράτου, Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκη, Γούδα και Στάη, ενώ λίγο αργότερα, στις 11 Οκτωβρίου συλλαμβάνεται ο Μπαλτατζής και ο Χαράλαμπος Βοζίκης, γενικός διευθυντής Θράκης επί κυβερνήσεως Γούναρη. Η επανάσταση επέρριπτε την ευθύνη για την καταστροφή στους «εθνοπροδότες» της Λαϊκής παράταξης συγκαλύπτοντας όπως γράφει ο Γιάννης Ανδρικόπουλος τη χρεωκοπία μιας πολιτικής για την οποία έφεραν ευθύνη. Το ίδιο απόγευμα (15 Σεπτεμβρίου) ο άγγλος πρεσβευτής Λίντλεϊ καλεί στο γραφείο του τους συνταγματάρχες Γονατά και Πλαστήρα, για να πληροφορηθεί τις διαθέσεις τους, καθώς οι φήμες, που κυκλοφορούσαν για τους συλληφθέντες, μιλούσαν για άμεση εκτέλεσή τους. Οι εντυπώσεις που αποκομίζει δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Ανάλογο είναι το κλίμα και στη διαδήλωση που λαμβάνει χώρα μπροστά από το χώρο της σημερινής Βουλής, στις 9 Οκτωβρίου, όπου οι χιλιάδες συγκεντρωμένοι πρόσφυγες που πλημμυρίζουν την πλατεία Συντάγματος σε μια εκδήλωση με ομιλητές τους Γονατά και Πλαστήρα κραυγάζουν «Θάνατος! Θάνατος!»
Στις 31 Οκτωβρίου 1922 στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής αρχίζει η δίκη που κατέληξε στην εκτέλεση των έξι που θεωρήθηκαν βασικοί υπαίτιοι της Μικρασιατικής καταστροφής. Οι κατηγορούμενοι που αποτελούσαν το κυριότερο μέρος της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της Ελλάδας ήταν οι Γούναρης Δημήτριος, πρώην πρωθυπουργός, Στράτος Νικόλαος, πρώην πρωθυπουργός, Πρωτοπαπαδάκης Πέτρος, πρώην πρωθυπουργός, Μπαλτατζής Γεώργιος, υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη – Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκης Νικόλαος, υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη, Γούδας Μιχαήλ, υποναύαρχος ε.α – υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη και Στρατηγός Ξενοφών, υποστράτηγος ε.α – υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη. Το κατηγορητήριο ανέφερε τα εξής: Από κοινού συμφέροντος κινούμενοι συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνεπεχρεώθησαν προς αλλήλους προς ταύτην, ήτοι, διά της διά ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμόν του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως στρατού εκ του Μικρασιατικού μετώπου επί σκοπώ εξασθενήσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων, ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφοδίων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού ανηκόντων εις την επικράτειαν. Μαζί με τους παραπάνω θα δικαζόταν και ο τέως αρχηγός της Στρατιάς Μικράς Ασίας Γεώργιος Χατζηανέστης με την κατηγορία ότι: από 13 μέχρι 23 Αυγούστου 1922, εκουσίως και εκ προθέσεως, παρέδωκεν εις τον εχθρόν μεγάλα τμήματα στρατού κα παρημπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού. Όλοι οι προηγούμενοι εκ προθέσως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ’απάτης, πειθούς και φορτικότητος...
Οι πρωταγωνιστές της δίκης έκπληκτοι και φοβισμένοι. Άραγε με την ψήφο του ελληνικού λαού δεν εκλέχτηκαν; Με δημοψήφισμα δε φέρανε το βασιλιά από την εξορία; Τη συνθήκη των Σεβρών δεν υπερασπίστηκαν μέχρι τέλους διαπραγματευόμενοι με τους Συμμάχους και, τον πόλεμο, που είχε ξεκινήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος για τη Μεγάλη Ιδέα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, δε συνέχισαν διευρύνοντας μάλιστα αυτό το όραμα και φτάνοντας μέχρι την κόκκινη μηλιά; Μήπως δεν αγωνίστηκαν για τα συμφέροντα των Συμμάχων; Γιατί έφταιγαν αυτοί, αν τα συμφέροντα των Συμμάχων άλλαξαν; Γιατί να κατηγορούνται αυτοί ως προδότες; Πολλά τα ερωτήματα, μα ακόμα περισσότερα τα στοιχεία, που, όπως φαίνεται, εθνικοί λόγοι επέβαλαν να αποκρύψουν, ώστε να μην εκτεθεί ο βρετανικός παράγοντας για το ρόλο που έπαιξε καθ’όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησής τους. Η ελπίδα μιας επέμβασης από μέρους των Εγγλέζων δεν τελεσφορεί. Ο βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα Λίντλεϊ προσπαθώντας να σώσει τους έξι από το εκτελεστικό απόσπασμα ακόμα και την τελευταία στιγμή, επισκέπτεται ο ίδιος τον Πλαστήρα εφιστώντας του την προσοχή για τις δυσάρεστες συνέπειες που θα προκύψουν από την εκτέλεση της θανατικής ποινής. Η απάντηση του Πλαστήρα, όταν ο πρεσβευτής αρνείται να ικανοποιήσει το αίτημά του για στήριξη της Αγγλίας στην παραμονή της Ελλάδας στη Θράκη, είναι πως οι κατάδικοι είναι θύματα της Αγγλίας.
Ένα από τα χαρακτηριστικά της δίκης είναι ότι σε βάρος των κατηγορουμένων έχουν κληθεί να καταθέσουν και πολλοί αντιβενιζελικοί μάρτυρες με ιδιαίτερα επιβαρυντικές μάλιστα καταθέσεις, που οι περισσότεροι από αυτούς θα αναθεωρήσουν, όταν, όμως, θα είναι πολύ αργά. Περισσότερο μετριοπαθείς παρουσιάζονται οι Γ.Δ. Ράλλης, Φωκίων Νέγρης, Κ. Ζαβιτσιάνος και Κ. Δεμερτζής οι οποίοι αποκλείουν και διαχωρίζουν τις όποιες ευθύνες των κατηγορουμένων από το δόλο, που και οι ίδιοι οι μάρτυρες προσπαθούν να αποσείσουν με κορυφαίο απολογητή το Δημήτριο Γούναρη που υπογραμμίζει στην απολογία του ότι εάν ηθέλομεν την εγκατάλειψιν του Μικρασιατικού εδάφους ηδυνάμεθα να διατάξωμεν την εκκένωσιν της Μ. Ασίας αφ’ης ανελάβομεν την αρχήν και κατόπιν επί ολόκληρον διετίαν, και πράξωμεν τούτο ως απόφασιν πολιτικήν στηριζομένην επί της αδυναμίας της Ελλάδος να διεξαγάγη αποτελεσματικώς την Μικρασιατικήν επιχείρησιν.
Τί συμβαίνει όμως έξω από την αίθουσα της Βουλής; Η προσφυγιά που εξακολουθεί να έρχεται στην Ελλάδα καταδιωγμένη κουρνιάζει όπου βρει∙ στην Αθήνα, στον Πειραιά, στην ύπαιθρο. Απελπισμένη και απεγνωσμένη βαδίζει προς το πουθενά καθώς οι δουλειές είναι λίγες και τα μεροκάματα ανίκανα να αντιμετωπίσουν το κρύο, την πείνα και τις αρρώστιες αυτού του πρώτου χειμώνα. Ανάθεμα αν ήξεραν όλοι αυτοί τα πώς και τα γιατί, αν έμαθαν ποτέ τα τεχνάσματα των συμμάχων ή για τη μεγάλη ιδέα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Το κράτος και οι αρμόδιες υπηρεσίες αποδεικνύονται απροετοίμαστες να επιληφθούν των πολλαπλών προβλημάτων υγείας που προκαλεί ο τύφος, η μηνιγγίτιδα, η ευλογιά, η δυσεντερία και η χολέρα.
Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β΄ - τι ειρωνεία πράγματι, όπως γράφει και ο Στάθης Πρωταίος, οι στυλοβάτες του θρόνου να καταδικάζονται και να εκτελούνται εν ονόματι του Βασιλιά, τον οποίο στήριξαν θυσιάζοντας τα εθνικά συμφέροντα και, ενώ μάλιστα αρνούμενος να υπογράψει το σχετικό διάταγμα ο γιος του Γεώργιος, που προσωρινά βρισκόταν στο θρόνο, θα μπορούσε να ματαιώσει την εκτέλεση με κίνδυνο βέβαια να εκδιωχθεί και να εγκατασταθεί αβασίλευτη δημοκρατία - η απόφαση της καταδίκης σε θάνατο των κατηγορουμένων, όπως κι εκείνη της σε ισόβια δεσμά των Γούδα Μιχαήλ και Στρατηγού Ξενοφών μετά από διαδικασίες 14 ημερών, ανακοινώνεται στις 15 Νοεμβρίου. Τα Χρονικά της ίδιας μέρας γράφουν : Η Ελλάς διέρχεται στιγμάς κρισίμους. Υπέστη συμφοράς μεγάλας. Ολιγώτερον όμως φοβερόν θα είναι το μέλλον εάν ο Λαός αντιληφθή που έγκειται η σωτηρία, εάν αναβλέψη, εάν αποφασίση να απαλλαγή του Παλαιοκομματισμού, τόσον του Βενιζελικού, όσον και του Αντιβενιζελικού. Η απολύτρωσις αύτη θα φέρη την αναγέννησιν, θ’ απαλλάξη το Έθνος μιας πληγής η οποία ηλάττωνε την ζωτικότητά του και εδημιούργει κίνδυνον δια την ύπαρξίν του. Ευελπιστούμεν. Πολλά υπέφερεν ο Λαός από τας δύο μερίδας αίτινες εκυβέρνησαν την χώραν. Τας εγνώρισε και εδιδάχθη πολλά. Οι δρόμοι τους οποίους ηκολούθησεν έως τώρα, εξαπατηθείς, τον έφεραν εις το χείλος της αβύσσου. Δεν θα θελήση να τας ακολουθήση εις το μέλλον.
Την επομένη της εκτέλεσης στις 16 Νοεμβρίου, η εφημερίδα Πατρίς που πρόσκειται στη φιλελεύθερη πλευρά αναφέρει για την καταδικαστική απόφαση και τη δίκη των έξι: οι ένοχοι της εθνικής συντριβής κατεδικάσθησαν και ετυφεκίσθησαν χθες....... ο θάνατος υπήρξε και δι’αυτούς ακόμη τους ιδίους ένας εξιλασμός. Το Έθνος σήμερον και η ιστορία αύριον, αν δεν θελήσουν να τους παραδώσουν εις την λήθην, θα τους κρίνουν πάντως επιεικέστερον επί τη βάσει του αιματηρού αυτού τίτλου. Στη Λωζάνη ο ανταποκριτής της Ματέν ζητάει τη γνώμη του Βενιζέλου για την εκτέλεση των έξι. Στις δηλώσεις του ο πρώην Έλληνας πρωθυπουργός φέρεται να είπε: Η δίκη των Αθηνών δεν είχε την εμφάνισιν της παρανομίας την οποία θέλετε να της αποδώσετε. Η επ’ακροατηρίω συζήτησις εξελίχθη κανονικώς, η συζήτησις δε αύτη ήτο επιβαρυντικώτατη διά τον Γούναρην και τους άλλους κατηγορουμένους. Στην επισήμανση του ανταποκριτή πως σύμφωνα με την κοινή γνώμη οι κατηγορίες δεν ήταν επαρκείς για μια καταδίκη σε θάνατο αφού σε όλες τις χώρες και σε όλες τις εποχές οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν πολιτικούς σκοπούς, ο Βενιζέλος απαντά ως εξής: Δεν είναι ακριβές ότι η απόφασις, ως θέλετε να την παραστήσετε, ήτο μία πολιτική εκδίκησις, αλλά μία τιμωρία ήτις επεβλήθη εις τους κυβερνήσαντας την Ελλάδα, τους προκαλέσαντας την ήτταν δια να σώσουν την καμαρίλαν.
Ογδόντα οκτώ χρόνια μετά μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι η δίκη των έξι ήταν μια δίκη παρωδία, αποτέλεσμα του φανατισμού ανάμεσα στις δύο μεγάλες παρατάξεις που είχαν επιβάλει το διχασμό, την κυριαρχία των πολιτικών παθών και τον κανιβαλισμό. Μια δίκη στην οποία οι ηγέτες της μιας πολιτικής παράταξης κλήθηκαν να πληρώσουν για λάθη που είχε κάνει και η άλλη. Έίναι εξάλλου άξια απορίας η πίστη του Ελευθερίου Βενιζέλου πως θα μπορούσε να δημιουργήσει την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών ανασυγκροτώντας μια νέα βυζαντινή αυτοκρατορία χωρίς προηγουμένως να έχει επιτύχει την ενότητα και την ομοψυχία του ελληνικού λαού.
Το ερώτημα για το αν οι έξι εκτελεσθέντες ήταν ένοχοι προδοσίας έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα με αφορμή την αίτηση για αναψηλάφηση της Δίκης των Εξ από τον Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη, εγγονό του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, που προσφεύγοντας στον Άρειο Πάγο ζητά την αποκατάσταση του ονόματός του και την ακύρωση της απόφασης του στρατοδικείου. Στο σύνολό τους τα προσφυγικά σωματεία και οι σύλλογοι εκφράζουν τη διαμαρτυρία τους για την αναψηλάφηση της δίκης των έξι επισημαίνοντας το άστοχο της διαδικασίας, καθώς πρόκειται για δίκη με πολιτικό και όχι ποινικό χαρακτήρα. Η προσπάθεια για αναψηλάφηση της δίκης των έξι, υποστηρίζει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδας κος Θανάσης Λαγουδήμος, έχει μια νομική και μια ιστορική διάσταση. Η διαδικασία αναψηλάφησης δεν εμποδίζεται ακόμα και μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, αν οι κληρονόμοι του καταδικασθέντος, που επιδιώκουν την αποκατάσταση της μνήμης του, προσκομίσουν νέα στοιχεία, κάτι για το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δε γίνεται λόγος. Χωρίς νέα αποδεικτικά στοιχεία, όμως, δε θα μπορούσε να διαλευκανθεί ο βαθμός αμέλειας ή η δυνατότητα πρόβλεψης των αποτελεσμάτων συγκεκριμένων στρατιωτικών ενεργειών, οι δε σύγχρονοι ιστορικοί, δημοσιογράφοι ή στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες, αγέννητοι κατά τη στιγμή των κρινομένων γεγονότων, είναι εξ ορισμού αναρμόδιοι να καταθέσουν τη δευτερογενή επιστημονική γνώση τους ως υποκατάστατα ζώντων μαρτύρων. Κλείνοντας, επισημαίνει πως ως απόγονοι των θυμάτων της Γενοκτονίας που συνέβη στη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη θεωρούμε ιταμή και απαράδεκτη πρόκληση στη μνήμη των χιλιάδων νεκρών την επιχειρούμενη, μέσω δίκης, αθώωση των υπευθύνων της μεγαλύτερης καταστροφής, που υπέστη ποτέ το ελληνικό έθνος και καλεί την ολομέλεια του Αρείου Πάγου να απορρίψει κάθε εισήγηση για αναψηλάφηση της Δίκης υπογραμμίζοντας πως καθε παρόμοια διαδικασία βρίσκει αντίθετα τα προσφυγικά σωματεία, που δηλώνουν αποφασισμένα να προστατεύσουν τη μνήμη των προγόνων τους.
Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αναμένεται να ανακοινωθεί σε λίγες εβδομάδες. Θα είναι ωστόσο αυτή που θα σταθεί αντικειμενικά και αμερόληπτα απέναντι στην αλήθεια και την ιστορία και θα μας πει επιτέλους, χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες, ποιος ευθύνεται για τον ξεριζωμό του ελληνισμού μετά από 2.800 χρόνια, για τις 2.400 εγκαταλελειμμένες ελληνικές πόλεις και χωριά, για τους 1.250.000 νεκρούς, για τους ατέλειωτους πρόσφυγες και για τις 302.000.000 χρυσές λίρες που χάθηκαν; Έχει άραγε η ελληνική πολιτεία το θάρρος να αντικρίσει και να κατονομάσει στο σύνολό τους τους έξωθεν και έσωθεν αληθινά υπευθύνους της μικρασιατικής καταστροφής και να αποδώσει τα του καίσαρος τω καίσαρι ή θα εξακολουθήσει να πλάθει θρύλους για εθνάρχες και μεσσίες αποσείοντας τις ευθύνες ακόμα και από αυτούς στους οποίους αποδόθηκαν, αρνούμενη παράλληλα να σταθεί δυναμικά στο πλευρό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ομογένειας, διεκδικώντας περιουσίες και δικαιώματα που καταπατώνται, και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, από το τουρκικό δημόσιο; Ίδωμεν!
Βιβλιογραφία
Δακρυσμένη Μικρασία, Τζανακάρης Βασίλης, Μεταίχμιο