5. Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σαν να ‘τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ’όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψούνιζε. Από το ‘να μαγαζί έβγαινε, στ’άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.Οι μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό από τον κόσμο που φουμάριζε. Ο καφενές τ’ Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Είχε μέσα δύο σόμπες, και τα τζάμια ήτανε θαμπά, απ’όξω έβλεπες σαν ίσκιους τους ανθρώπους. Οι μουστερήδες είχανε βγάλει τις γούνες από τη ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραίοι. Κάθε τόσο άνοιγε η πόρτα και μπαίνανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. ..Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα, που λένε μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα, και κείνα παράφωνα.
..........Η ώρα περνούσε κι ανάριευε σιγά σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν ένα ένα. Μονάχα μέσα στα μπαρμπεριά ξουριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι.
Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι νοικοκυράδες και τα παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες, και κείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει,
Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη.....
Κι αφού ξιστορούσανε όσα λέγει το Ευαγγέλιο, τον Ιωσήφ, τους αγγέλους, τους τσομπάνηδες, τους μάγους, τον Ηρώδη, το σφάξιμο των νηπίων και τη Ραχήλ που έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια:
Ιδού οπού σας είπαμεν όλην την ιστορίαν,Του Ιησού μας του χριστού γέννησιν την αγίαν.
Και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθείτε,Ολίγον ύπνον πάρετε και πάλι σηκωθείτε.
Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε, Στη εκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπείτε.
Ν’ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν Και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν
Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας,Ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας.
Και τον σταυρόν σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε,Δότε και κανενός πτωχού, όστις να υστερείται.
Δότε κι εμάς τον κόπον μας ότ’ είναι ορισμός σας,Και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.
Και εις έτη πολλά
Φώτης Κόντογλου, Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου
Τάντανο: δριμύ ψύχος, παγωνιά
Τσαρσί: αγορά
Αναριεύω: αραιώνω
Μουστερής: πελάτης
6. Σόλη τη διαδρομή, καθώς αγκομαχούσε το τρενάκι του Μπουτζά για να φτάσει στη Σμύρνη, αγκομαχούσε κι η καρδιά μου από αγωνία. Τα μάτια μου παίζανε νευρικά αρπάζοντας εκείνες τις όλο γαλήνη εικόνες του ήρεμου τοπίου: τα περιβόλια με τα δέντρα, που τα κλαριά τους γέρνανε ως κάτω απ’τον πλούσιο καρπό, τα κοκκινόμαυρα χώματα, που ρουφούσαν ηδονικά τα τρεχούμενα λαχταριστά νερά, τις αγελάδες και τ’άλογα που αδιάφορα μαζούλιζαν το αφράτο χορτάρι τους. Εδώ κι εκεί αμέριμνοι οι χωρικοί με τις κουνιστές τους βράκες, σκάλιζαν τη γης και όργωναν τ’αμπέλια που θα πότιζαν αύριο με το χυμό τους το κέφι των εύθυμων Σμυρνιών, για να τραγουδούν κα ν’αγαπούνε
Μέσα μου πάλευε η συγκίνηση με την οργή. Γιατί πάλι αυτή η αναταραχή κι η τρικυμία; Γιατί οι άνθρωποι του τόπου μας έπρεπε να τρέχουν κυνηγημένοι κα να σκοτώνονται. Γιατί να καίγονται πάλι τα σπίτια τους και τα σπαρτά τους και οι ελπίδες τους; Γιατί δε βρισκόταν ένας τρόπος να ζει ο καθένας στη γη των προγόνων του και να τη δουλεύει ήσυχα και καλά, είτε Τούρκος ήταν είτε Έλληνας; Να ‘ταν από Θεού δοσμένο τότε, δε θα ‘ταν πόλεμος, θα ‘ταν σεισμός, αστροπελέκι, πλημμύρα. Τούτη τη συμφορά ποιοι άνθρωποι να τη φτιάχναν και γιατί;
Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν
7. Στις 8 Νοεμβρίου ανακοινώθηκε το φιρμάνι, στις 13 τοιχοκολλήθηκε, κι ίσαμε τις 16 έπρεπε όλος ο πληθυσμός της Τρίπολης
να έχει εγκαταλείψει σπίτια, χωράφια και πλεούμενα. Ο λαός της Τρίπολης έπρεπε να έχει θάψει εκεί που κοιλοπόνεσε, εκεί που μόχθησε, εκεί που χάρηκε κι αγάπησε, την καρδιά του, τη μεγάλη καρδιά ενός μικρού πληθυσμού που ακολούθησε στητός, ανίκητος, την πίστη και την πατρίδα του.
Κι αφού τρεις μέρες και τρεις νύχτες δίχως ήλιο και δίχως αστέρια ετοιμάζανε ό,τι ήτανε βολετό να μεταφερθεί, αφού πουλήσανε στους Τούρκους ό,τι ήτανε δυνατό να πουληθεί, κρεμάσανε στο αλιμό τους το κλειδί της μπαρωμένης ξώθυρας κι ήτανε τούτο ο σταυρός της πορείας τους.
Κι όσο δεν είχε επίσημα ανακοινωθεί η απέλαση, ελπίζανε ακόμη. Ο καϊμακάμης τους είχε υποσχεθεί πως δε θα τους απελάσει, κι ο δήμαρχος της πόλης, που τους συμπαθούσε, ο Χατζή Εμίν, είτε γιατί δεν το ήξερε, είτε γιατί δεν τολμούσε, δεν τους το είπε, όταν τόνε ρωτήσανε, κι έτσι κανένας δεν πρόλαβε να φύγει, κανένας να κρυφτεί, έξω από κείνα τα 15 παλικάρια που περάσανε με σκάφες τη θάλασσα και τον Χαρσιώτη.
Ήτανε Τετάρτη πρωί, σαν έφτασε ο διοικητής με τους χωροφύλακες και ανακοίνωσε την απόφαση της κυβέρνησής του, που έλεγε πως μέσα σε τρεις μέρες όλοι οι χριστιανοί κάτοικοι της πόλης πρέπει να είναι έτοιμοι να βαδίσουν προς το εσωτερικό.
.........Κι ήταν κάτι αφάνταστο εκείνη η πορεία μέσα στη μαύρη νύχτα κα στην ψιλή βροχή. Ένα δάσος που κινείται και καίεται από δαδιά, από κεριά, από αφάνες αναμμένες και τα κλάματα κι οι κραυγές των μανάδων που χάνανε τα παιδιά και μέσα σε κείνη τη φωτισμένη κόλαση να τα γυρεύουν, ενώ άλλοι βουλιάζανε μέσα στα ριζοτόπια του Τοματζλού κι άλλοι χάναν το δρόμο και το χέρι των δικών τους. Κι άκουγες σαν τα χαμένα αγρίμια να βγαίνουν ματωμένες από μέσα μας οι φωνές, Παναγή!!! Νικόλα!!! από κάτω...πιο δεξιά....μ’ακούς, παιδί μου;
Κι ερχότανε η ηχώ, όι...όι...μανίτσα.
Η Τρίπολη του Πόντου, Tατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ
Φιρμάνι: σουλτανικό διάταγμα
Τρίπολη: πόλη του Πόντου ανάμεσα στην Κερασούντα και Τραπεζούντα
Καϊμακάμης: Τούρκος διοικητής
Χαρσιώτης: ποτάμι που χύνεται στον Εύξεινο, κοντά στην Τρίπολη
8. Τελείωσε. Το Αϊβαλί άδειασε πια. Το απόγευμα φεύγει το τελευταίο βαπόρι. Όσοι είναι να φύγουν θα φύγουν. Αλλιώς δεν έχει άλλο. ..Η μητέρα μου δε θέλει να φύγει. Ο γερο – πατέρας μου την παρακαλεί και της λέει πως έχουμε κορίτσια. Πρέπει. ...Κατά τις τρεις το απόγεμα την καταφέρνουν, τέλος, και τη μητέρα μου πως «πρέπει». Έρχουνται στη φυλακή και παρακαλούν τον αξιωματικό, μια τελευταία ικεσία: να τους αφήσει να μπουν μες στο υπόγειο να μ’ αποχαιρετήσουν. Με πολλές δυσκολίες τους δίνει την άδεια. Είναι όλοι, ο γερο – πατέρας, η μητέρα μου, ο Θάνος, η Ανθίππη, η Σοφία, η Αγάπη, η Λένα, όλοι. Μ’αγκαλιάζουν πρώτα και με φιλούν τα παιδιά. Ένα – ένα, μόλις κάμουν το καθήκον τους, φεύγουν όξω. Οι σύντροφοί μου μας έχουν τριγυρίσει. Παρακολουθούν σιωπηλά. Με πιάνει απ’ τους ώμους ο πατέρας μου. Δεν τον είχα δει να κλάψει ποτές. Με κρατά μια μακριά στιγμή έτσι, απ’ τους ώμους, ύστερα σκύβει και με φιλά στο μέτωπο. Ένα νευρικό έχει πιάσει τα ματόκλαδά του. ...Όμως η μητέρα μου, που έρχεται τελευταία, δε θέλει να ξεκολλήσει από πάνω μου. Είμαστε εκεί μια μάζα, έχω χώσει το κεφάλι μου μες στο μαραμένο κόρφο της, να κρατήσω για τελευταία φορά αυτή τη ζέστη πάνω στο μάγουλό μου. Με σφίγγει, δε θέλει να μ’αφήσει. Τα δακρυά της μποδίζουν τα λόγια να βγουν καθαρά. Μόλις καταλαβαίνω πως λέει πως δε θα το βαστάξει και θα πεθάνει γρήγορα. Το ξαναλέει, σα να είναι κάτι που μου το υπόσχεται. Σηκώνει το πρόσωπό της, πιάνει το δικό μου με τα χέρια της και με κοιτάζει σα μια εικόνα που δεν πρόκειται να τη δει ποτές πια, σκύβει πάλι, μου μαζεύει το σακάκι, ασυναίσθητα, να με κουμπώσει μη κρυώνω, σαν να ήμουν παιδάκι. Ο πατέρας μου την τραβά. - Δε θα προφτάσουμε το βαπόρι...Δε θα προφτάσουμε...μουρμουρίζει συγκινημένος. Κ’εγώ τη σπρώχνω, μην τυχόν και δεν προφτάξουν. - Μανούλα, να φύγετε!..Θα σε θυμάμαι....
Ηλίας Βενέζης, Το νούμερο 31328
9. Μέσα ήταν και πολίτες Τούρκοι που ταξίδευαν στην Πόλη. Δίπλα μου μια παρέα έτρωγε και τραγουδούσε με κέφι.Ένας γέρος στεκόταν όρθιος παραπέρα και τους άκουγε κατσουφιασμένος. Έκανα να τον ζυγώσω και να του πιάσω κουβέντα.Δε μου έμοιαζε για Τούρκος. Αυτός μ’αγριοκοίταξε. Τραβήχτηκα. Σε λίγο πήγα πάλι κοντά του. - Γιατί δε μου μιλάς; Του λέω τούρκικα. - Τι θέλεις από μένα; μου λέει.- Να σε ρωτήσω θέλω. Το βαπόρι θα πιάσει σκάλα στη Μυτιλήνη;- και που ξέρω εγώ, μου απαντά.- Καλά, εσύ πού πας;- Γιατί με ρωτάς; μου λέει.- Μου φαίνεσαι σαν Έλληνας. Είμαι κι εγώ Έλληνας. Ένας χρόνος πάει που ‘μενα στην Τουρκιά, κάνοντας τον Τούρκο, για να γλιτώσω. - Μωρέ τι λες; Μου λέει ελληνικά.... Να με συμπαθάς, μου λέει. ..Κάτσε εδώ, να πάω να το πω στον καμαρότο. Είναι κι αυτός Έλληνας. Να ιδούμε τι θα γίνει.
Πήγε και του λέει:- Ένας χριστιανός, ντυμένος τούρκικα, έρχεται απ’ τη Σμύρνη. Κοίταξε να τον σώσουμε......Το καράβι άρχισε να σφυράει και σιγά σιγά σταμάτησε μες στο λιμάνι της Μυτιλήνης....Βγήκαμε στο Λιμεναρχείο. ..Με πήγε στο Φρουραρχείο. Μόλις με είδε ο Φρούραρχος: - καλώς τον, μου λέει, κάτσε. Από που έρχεσαι; Πού πας; Πού έκανες στρατιώτης; Ποιον είχες διοικητή;...Έχεις εδω κανένα Σωκιανό να σε ξέρει;- Εγώ που να ξέρω, τώρα ήρθα, του λέω.- Εσείς δεν ξέρετε κανέναν; Ρωτά τους χωροφύλακες.
Ένας τους λέει: - Κάποιος ξενοδόχος, κύριε φρούραρχε, θαρρώ πως είναι απ’ τα Σώκια. - Πήγαινέ τον. Κι αν γνωριστούν, να μείνει στο ξενοδοχείο.......Ως τα μεσάνυχτα λέγαμε τα βάσανά μας. Ο ύπνος μας πήρε απάνω σε κουβέντα. Το πρωί ξύπνησα ησυχασμένος. Ντύθηκα και πήγα στην εκκλησία. Άναψα ένα κερί, γονάτισα και προσευχήθηκα.
Στρατής Δούκας, Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου