Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

Είναι δια τον Κωδωνά…


Είναι δια τον Κωδωνά…

Στη θάλασσα του Μαρμαρά, πολύ κοντά στις ανατολικές ασιατικές ακτές και βόρεια του στομίου του κόλπου της Νικομήδειας, βρίσκονται τα πανέμορφα Πριγκηπόνησα. Στην Πρίγκηπο, το μεγαλύτερο και ωραιότερο ίσως από τα νησιά, και στην κορυφή του νότιου λόφου της, δεσπόζει η Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά. Η παράδοση θέλει το Μοναστήρι να έχει ζωή πάνω από χίλια χρόνια και συγκεκριμένα να έχει χτιστεί το 963 μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Νικηφόρος Φωκάς. Κατά την παράδοση η θαυματουργή εικόνα του Αγίου Γεωργίου δωρήθηκε στο Μοναστήριο από τη γυναικεία Μονή της Ειρήνης της Αθηναίας.

Σύμφωνα με την πραγματεία του Αντ. Μαλέτσκου «Η εν τη νήσω Πριγκίπω ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά», η Μονή πρέπει να ερημώθηκε ή κατά το 1204 από τους Σταυροφόρους ή το 1302 κατά την επιδρομή εναντίον του νησιού των πειρατών του Ενετού ναυάρχου Giustiniani. Κατά την παράδοση, όταν οι μοναχοί αντίκρισαν τους πειρατές, για να αποτρέψουν την αρπαγή της εικόνας, την έκρυψαν μαζί με τα αναρίθμητα αναθήματά της  στη γη και τοποθέτησαν από πάνω την Αγία Τράπεζα του ναού της Μονής. Η εικόνα έμεινε εκεί, χωρίς να υποστεί καμιά φθορά, μέχρι την εύρεσή της από έναν βοσκό ο οποίος προηγουμένως είδε στον ύπνο του τον Αη Γιώργη να τον προτρέπει ν’ ανέβει στο λόφο και να «τον βρει», σκάβοντας εκεί που θ’άκουγε να χτυπούν «κουδούνια». Ο βοσκός κάνοντας ό,τι τον πρόσταξε ο Άγιος έσκαψε,  βρήκε την εικόνα στολισμένη με μια αρμαθιά «κουδούνια» κα επανίδρυσε  τη μονή.  Η επανίδρυση αυτή σύμφωνα με τα πατριαρχικά Σιγγίλια (επίσημα έγγραφα)  τοποθετείται  το 1751-1752.

Η πνευματική προσφορά της Μονής και η εν γένει βοήθειά της τόσο προς τους Ρωμιούς όσο και προς όλους τους αλλογενείς της Βασιλεύουσας είναι τεράστια. Ο Αη Γιώργης ο Κουδουνάς θα αποτελέσει για αιώνες το άσυλο των φρενοβλαβών, των πειραγμένων, όπως τους έλεγαν. Όταν έφερναν τους αρρώστους, τους έδεναν κατά τη διάρκεια της νύχτας σε σιδερένιους χαλκάδες, που ήταν στερεωμένοι στο δάπεδο του ναού, μπροστά στην εικόνα του Αγίου, ενώ την ημέρα τους έβγαζαν έξω, στον κήπο της Μονής. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς θεραπεύονταν και από ευγνωμοσύνη παρέμεναν για κάποιο χρονικό διάστημα στο Μοναστήρι προσφέροντας εθελοντική εργασία.  Δυστυχώς, κατά την ανακαίνιση του μοναστηριού το 1987, όταν τοποθετήθηκαν μαρμάρινα δάπεδα στα παρεκκλήσια και στο Αγίασμα, αφαιρέθηκαν όλοι οι χαλκάδες.

Τα θαύματα του Αγίου πολλά, όχι μόνο προς τους Ρωμιούς οι οποίου του έτρεφαν πάντα μεγάλη ευλάβεια- δεν υπήρχε ελληνική οικογένεια που να μην επισκεπτόταν τον Κουδουνά τουλάχιστον μία φορά το χρόνο- αλλά και προς όλους όσους προσέρχονταν στη χάρη του. Αξιοσημείωτο ότι, όπως μας πληροφορεί η χαραγμένη σε οθωμανικά και ρωμαϊκά επιγραφή, η μεγάλη σιδερένια πύλη του μοναστηριού προσφέρθηκε από τον μουσουλμάνο Ρασούλ Εφέντη, ως δώρο ευγνωμοσύνης για τη θεραπεία της συζύγου του. Έτσι εξηγείται και η μεγάλη προσέλευση αλλόθρησκων απ’ όλη σχεδόν την Τουρκία κατά την ημέρα εορτής του Αγίου. 

Ένα παράδοξο που παρατηρείται την ημέρα αυτή είναι πως ο κόσμος που καταφθάνει έχει στα χέρια του καρούλια με κλωστές. Ανάλογα με το αίτημα του προσκυνητή η κλωστή έχει και άλλο χρώμα. Άλλο αν παρακαλεί για την απόκτηση παιδιού, άλλο για την απόκτηση συζύγου, άλλο για υγεία.  Από τη ρίζα λοιπόν του λόφου και μέχρι τη μονή στην κορυφή ο προσκυνητής ανεβαίνοντας ξετυλίγει την κλωστή από το καρούλι και την αποθέτει είτε κάτω στο δρόμο είτε στα πλαϊνά δέντρα. Καθόλη δε την ανάβασή του παραμένει σιωπηλός αναλογιζόμενος το αίτημά του. Συχνά επίσης τα αιτήματά τους τα γράφουν σε μικρά χαρτάκια, τα οποία είτε τα ρίχνουν στο ειδικό κουτί που βρίσκεται εντός του ναού, είτε τα δένουν στα κλαδιά των δέντρων που είναι κοντά στη μονή. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά  άτομα κερνούν τον κόσμο λουκούμια ή ακόμα και κύβους ζάχαρης. Αυτοί όλοι είναι άτομα, στο αίτημα των οποίων ο Άγιος ανταποκρίθηκε εκπληρώνοντάς τους το ποθούμενο. Αυτοί  λοιπόν όλοι οι άνθρωποι «ήταν υποχρεωμένοι» την επόμενη φορά που γιόρταζε ο Άγιος να έρθουν και πάλι στο νησί και να κεράσουν τον κόσμο.

constantinoupoli.com

monastiria.gr

Η Κυριακή της Τυρ’νής, Το Καθαροβδόμαδο και η Γιορτή του «Τόνου» στα νησιά του Μαρμαρά

 

Η Κυριακή της Τυρ’νής, Το Καθαροβδόμαδο και η Γιορτή του «Τόνου»

στα νησιά του Μαρμαρά


Την Κυριακή της «Τυρ’νής», μια και δεν τρώγανε κρέας, φτιάχνανε σε κάθε Μαρμαρινό σπίτι «μακαρόνια του σπιτιού» ή «του παπά τ’αυτιά», όπως τα λέγανε αλλιώς. Ανοίγανε φύλλο  στο «πλαστήρ’»  και  το  κόβανε φαρδιές μακριές λουρίδες. Διπλώνανε κάθε λουρίδα  στα  δύο, στο μάκρος, και στρώνανε μέσα τη γέμιση, το «γόμο».  (Ο γόμος γινότανε  ως  εξής:  Βράζανε  τραχανά γλυκό, ρίχνανε μέσα τυρί τριμμένο, δύο-τρία αυγά και ανακατεύανε έως ότου ο γόμος έχανε τα πολλά υγρά). Έπειτα μ’ένα «ποτήρ’» του κρασιού ή με μια «τσάσκα» πατούσανε πάνω από το φύλλο με το γόμο και κόβανε, προσέχοντας να διατηρηθεί η ένωση στο δίπλωμα του φύλλου. Μετά, με τα δάχτυλα, στρίβανε τις άκρες των φύλλων για να μην φεύγει ο γόμος, όπως στα σκαλτσούνια, εδώ. Αφού  τ’ άφηναν  λίγο  του  «παπά τ’ αυτιά» να τραβήξουν, τα ρίχνανε μέσα σε βραστό νερό.  Όταν  βράζανε,  τα  βγάζανε  με την τρυπητή τη «χουλιάρα», τα βάζανε στη σουπιέρα, τα  κουκκίζανε  με  «αφότ’ρο» και «απέ πάν’ περεχούσαν  το βούτ’ρο». Αυτά ήταν  τα  περίφημα  «μακαρόνια  του σπιτιού». Σε πολλά φτωχά σπίτια, μέσα στο βρασμένο νερό  απ’  τα  «μακαρόνια  του σπιτιού»  έριχναν τα ξακρίσματα από τα φύλλα και τα έκαναν «ιφκά».

Επίσης, στην «Τυρ’νή» κάθε σπίτι έφτιαχνε τα κανταΐφια και τους χαλβάδες.  Πολλές φαμίλιες, αφού έτρωγαν τα «μακαρόνια του σπιτιού», έπαιρναν του χαλβάδες τους και πήγαιναν σε συγγενικά ή φιλικά σπίτια, για να περάσουν με γλεντοκόπι τη βραδιά. Στις βεγγέρες  αυτές, όσοι ήτανε γερά ποτήρια, παραβιάζανε κάπου - κάπου και τα καθιερωμένα της «Τυρ’νής» αλλάζοντας το μεζέ. Τότε θα ‘ρχότανε στο τραπέζι η λιαστή ζαργάνα, ο κολιός, το σαφρίδι ή το μπαρμπούνι «γούνα», τα τσαμούχια τα λιαστά, οι παστουρμάδες, τα σουτζούκια… Όσοι ξενυχτούσανε σχεδόν στα γλέντια, ντυνόντουσαν το πρωί  μασκαράδες  και  παίρνανε  σβάρνα τα σπίτια όπου τραγουδούσαν και χόρευαν, αφού  οι  σπιτικοί  τους  έκαναν  τα «τραταμέντα». Ντύνονταν προπαντός «Οβρηγιοί» και τα παλικάρια τα λεύτερα τσολιάδες. Οι φουστανέλες, οι τσακιστές «φέσες», τα ξύλινα γιαταγάνια κυριαρχούσαν στους δρόμους, χωρίς να προξενούν την όχτρητα και την απαγόρευση των Τούρκων. Οι γυναίκες -οι πιο ζωηρές- ντύνονταν μόνο τη νύχτα μασκαράδες  και  με  τη  συντροφιά  ενός  άντρα  πήγαιναν στα συγγενικά τους σπίτια, όπου για να μη φανερωθούν, πίνανε ό,τι τους κερνούσανε και καπνίζανε κιόλας στην ανάγκη. Η σκλάβα,  βλέπετε,  έσπανε τα δεσμά της.

Η  Καθαρή  Δευτέρα  δεν  είχε στον  τόπο μας  τη σημασία  και  τις εκδηλώσεις τις σημερινές. Ήταν η μέρα η αφιερωμένη στη γενική καθαριότητα του σπιτιού και του σώματος. Θενά πλυθούν και καθαριστούν από ποτηράκι μέχρι κουρελού. Σφουγγάρισμα, ασβέστωμα, λούσιμο, μπάνιο κ.λπ. Κανένα σπίτι δεν μαγείρευε. Όλοι νήστευαν. Όλες σχεδόν οι γριές και αρκετές κοπέλες. Δευτέρα και Τρίτη δεν τρώγανε άλλο, έξω από ένα καφέ το απόγεμα.  Όλη  η  βδομάδα  λεγόταν  Καθαρή. Καθαρή Δευτέρα, Καθαρή Τρίτη κ.λπ. Λάδι  έτρωγαν  μονάχα  την Παρασκευή, όταν θενά ψαλθούν οι πρώτοι χαιρετισμοί της «Παναΐας». Την Καθαρή Τετάρτη, όσοι νηστέψανε, πηγαίνανε στην εκκλησιά για να «πιουν το μεγάλο Αγιασμό, που τον φυλάγαν οι παπάδες απ’τα Φώτα». Όποιος είχε φρεσκοπεθαμένο έστελνε και καλούσε απ’ την εκκλησιά στο σπίτι τις γριές τις «νηστεμένες» να τις σερβίρει καφέ, για να «σ’χωρέσουν τις ψυχές των δικών του». Αυτό γινότανε σε πάρα πολλά σπίτια. Το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων  υπήρχε ένα έθιμο που έχει, απ’ ότι έχω υπ’όψιν μου, άγνωστη ακόμη την προέλευσή του, αν είναι απομεινάρι καμιάς πανάρχαιης διονυσιακής εορτής ή ρωμαΐικο κατάλοιπο. Απ’΄το πρωί λοιπόν του Σαββάτου άκουγες τις φράσεις «θα πάμε στον τόνο», «Κινάμε για τον τόνο».

Τι  ήταν  λοιπόν η γιορτή του Τόνου;  Από τις  9  με 10 το πρωί ξεκινούσαν για του Αμπά τον Κάβο, πίσω στην Τσιχλή*,  οι παντρεμένοι και προπαντώς οι νιόνυμφοι. Οι άντρες με τις βάρκες,  ψαρεύοντας  γιαλό γιαλό  με την αγκάμη στρείδια και χτένια και με τη «χέρα» πίνες. Οι γυναίκες κινούσαν με τα πόδια από την αμμουδιά. Λεύτερες και κορίτσια δεν έπαιρναν μέρος στον «τόνο». Αυτού πήγαιναν «αντρογύνατα», όπως εξηγεί η κυρία Μαριορίτσα.  Όταν  έφταναν,  στρωνόντουσαν  στο  κατάγιαλο και με τα φρέσκα θαλασσινά, τα τουρσιά, τα χαβιάρια, τις ελιές, τα «λεφτοκούκια», τους ταραμάδες, το ρίχνανε στο πιοτό, στο χορό και το τραγούδι. Γυρνούσανε κατά τη νύχτα.

Κι όταν ρώτησα γιατί δεν πήγαιναν λεύτερες, η καλή μου νουνά, χαμήλωσε τα μάτια και μου είπε «Ξέρω κι εγώ; Δεν πήγα η ίδια. Λένε πως τραγουδούσαν δεψίσκα και αρσίσκα». Ίσως εδώ να βρίσκεται το κλειδί για να λυθεί το μυστήριο της προελεύσεως της «γιορτής του τόνου».

 

*παραλία της νήσου Μαρμαράς

Μαρτυρία της Μαριορίτσας Δαδινού

Πηγή: Μαρμαρινά Νέα

Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο

του Πολιτιστικού και Πνευματικού Ομίλου

Νέων Παλατίων

 

 

Τα Μαρμαρινά Νέα…μέσα από τον Ντελάλη

 

Τα Μαρμαρινά Νέα…μέσα από τον Ντελάλη

Η Κούταλη  30 χρόνια μετά το 1922

 

Τα Μαρμαρινά Νέα ήταν μια εφημερίδα  που εκδιδόταν περίπου από το 1946 στην Αθήνα και αποτελούσε, όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν στην κεφαλίδα, δημοσιογραφικό όργανο των συμφερόντων των απανταχού διαβιούντων Μαρμαρινών, όσων δηλαδή κατάγονταν από τα νησιά του Μαρμαρά στην Προποντίδα, ήτοι  των Μαρμαρινών, των Κουταλιανών, των Αφησιανών και των κατοίκων της Αλώνης. Στόχος της, όπως μπορεί να διαπιστώσει κάποιος ξεφυλλίζοντας τις σελίδες της ήταν να διατηρήσει δυνατούς τους δεσμούς μεταξύ των απανταχού Μαρμαρινών, αφού μετά το διωγμό άλλοι εγκαταστάθηκαν  στη Χαλκιδική (Μαρμαρινοί και Αφησιανοί που ίδρυσαν αντίστοιχα το Νέο Μαρμαρά και τη Νέα Αφησιά), άλλοι στη Λήμνο (Κουταλιανοί που ίδρυσαν τη Νέα Κούταλη) και στο Λαύριο, άλλοι στον Ωρωπό ( Μαρμαρινοί που ίδρυσαν τα Νέα Πάλατια), στο  Αίγιο (κυρίως  κάτοικοι  της  Αλώνης) και την Αμερική με τους τελευταίους, μάλιστα,  να ενισχύουν οικονομικά τις δραστηριότητες (χτίσιμο σχολείων και εκκλησιών) των συμπατριωτών  τους  στις  νέες πατρίδες της μητέρας Ελλάδας. Η σπουδαιότητα της εν λόγω εφημερίδας για τους Μαρμαρινούς,  ως κρίκος που εξακολουθεί να τους συνδέει μετά  την  αναγκαστική ανταλλαγή, διαφαίνεται και από την οικονομική  υποστήριξη  που προσφέρουν  με τις συνδρομές τους.  

Ιδρυτής και Διευθυντής της εφημερίδας ήταν ο Μαρμαρινός Νικόλαος Λαμπαδαρίδης,  ο οποίος,  τριάντα χρόνια μετά την μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή,  καταφέρνει να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στην πατρίδα…

Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τις εντυπώσεις του από την Κούταλη (τόπο καταγωγής μου), έτσι όπως τις περιγράφει στην εφημερίδα του το έτος 1952.

…Την Κούταλι  επισκεφθήκαμε  την  δεύτερη μέρα από της αφίξεώς μας στον Μαρμαρά. Ένα βενζινοκίνητο ψαροκάικο μας μετέφερε εκεί από το Μαρμαρά μέσα σε 20 λεπτά της ώρας. Η συντροφιά μας απετελείτο  από τον Αμερικανό συμπατριώτη κ. Δημοσθένη Εμμανουήλ, την σύζυγό του κυρία Χρυσοπηγή, την κυρία Ευριδίκη Οικονομίδου, την κόρη της δ/νίδα Χαρίκλεια, τον κ. Θεοφάνη Θεοφανίδη, τον γυιο του Σπύρο και τον υποφαινόμενο. Οι τέσσερεις πρώτοι είναι Κουταλιανοί την καταγωγή  και η συγκίνησις φαίνεται βαθειά χαραγμένη στο πρόσωπό τους όσο το βενζινόπλοιο πλησιάζει στην αγαπημένη τους Πατρίδα.

Στις 10 και 20’ αποβιβαζόμαστε στην παληά γνωστή σκάλα της Κούταλης, μπροστά στο καφενείο  του  Βασιλάκη  του  Αποστόλη.  Πεντέξη Τούρκοι, που βρίσκονται εκεί, τρέχουν να μας υποδεχθούν και μας καλωσορίζουν με εγκαρδιότητα σαν παληούς καλούς φίλους των. Αποθέτουμε  τα  πράγματά  μας στο μοναδικό καφενείο του χωριού, κτισμένο στη θέση που ήταν άλλοτε ο Άγιος Νικόλαος και το μαγαζί του Γλαράκη, και τραβούμε να κάνουμε μια βόλτα…στο χωριό. Χωριό  είναι  ο  τρόπος  του  λέγειν , γιατί η Κούταλι δεν έχει σήμερα παρά μόνον 22 σπίτια, σκορπισμένα το ένα εδώ και το άλλο εκεί, σ’ολη την έκτασι που υπήρχε άλλοτε η ξακουσμένη πατρίδα του Παναγή Κουταλιανού και του Πατριάρχου Ανθίμου του Στ’ . Παντού χαλασμός και ερείπια.

Άνεμοι της θάλασσας

διά κενά παράθυρα,

φείδια και σκορπιοί

στους ριγμένους τοίχους.

Και μέσ’ στη νυχτιά

που τη ραίνουν τ’άστρα

μήτε ανθρώπων λάλημα

μήτε αχός πουλιού.

Πόσο δίκηο  είχε ο εκλεκτός  Κουταλιανός ποιητής και λογοτέχνης κ. Δημητρός Οικονομίδης,  που  έγραψε  τον Δεκέμβριο του 1946 στα «Μαρμαρινά Νέα» τους παραπάνω στίχους! Η παληά ωραία Κούταλι δεν είναι σήμερα παρά ένα νεκρό χωριό. Σπίτια, μαγαζιά, εκκλησιές, σχολεία, όλα ριγμένα κάτω σ’ένα φρικτό ανακάτωμα από πέτρες και χώματα.

Με οδηγό τον κ. Δημοσθένη Εμμανουήλ, που τον βοηθούν η σύζυγός του και η κυρία Ευριδίκη ΟΙκονομίδου, προσπαθούμε να κατατοπισθούμε στη σημερινή αλλαγή, κι απάνω στα  ερείπια  ν’ ανοικοδομήσουμε  με  τη φαντασία μας τα σπίτια που χάθηκαν. Εδώ είναι το  σπίτι του τάδε, εκεί του τάδε, εκεί…το μυαλό σταματάει, το μάτι ξεγελιέται στους κενούς χώρους και ο καθορισμός γίνεται δύσκολος. Σιγά, σιγά όμως, πότε από κανένα ντουβάρι που στέκει ακόμα όρθιο, πότε από κανένα άλλο γνωστό σημάδι του δρόμου, τα σπίτια παίρνουν τη θέσι τους και ορθώνεται στη φαντασία μας το χωριό πανεύμορφο και χαρούμενο, όπως ήταν πριν, για να εξωτερικεύση  σε δάκρυα τον ψυχικό μας πόνο για το σημερινό φρικτό του κατάντημα.

Σε μια στιγμή βρισκόμαστε μπροστά στον χώρο που ήτανε άλλοτε το νεκροταφείο του χωριού. Σήμερα είναι ένα μεγάλο περιμαντρωμένο χωράφι, καταπράσινο από το σιτάρι, που έχει σπείρει ο ιδιοκτήτης του.

Σε κάποιο σημείο ο κ. Εμμανουήλ  καθορίζει  το  σημείο που ήτανε ο τάφος της μητέρας του. Η  συγκίνησίς  του  είναι πολύ μεγάλη που βρέθηκε ύστερα από 40 χρόνια μπροστά στο  μνήμα της και τα δάκρυα τρέχουν ακράτητα από τα μάτια του. Αντί τρισάγιο προσφέρει  μερικά  χρήματα  στα  μικρά  τουρκόπουλα, που μας ακολουθούν με περιέργεια, και παίρνουμε το δρόμο για τον Αη-Γιώργη.

Σε  μικρή απόσταση από το χωριό συναντούμε τον μύλο του Ντόμπρου με τη γερή οικοδομή του όρθια, όπως την αφήσαμε το 1922. Επάνω από την πόρτα του μια εντοιχισμένη  πλάκα  έχει  χαραγμένο  ένα  σταυρό με τα γράμματα Ι.Χ.Ν.Κ και από κάτω την χρονολογία της κατασκευής του, 1877.

Ύστερα  από  πορεία  20  περίπου λεπτών  φθάνουμε στον Αη Γιώργη κι έχουμε μπροστά μας  τη  βρύση  απ’την  οποία  υδρεύονταν  οι  Κουταλιανοί. Μια μεγάλη άσπρη μαρμαρένια πλάκα κομένη σε καλλιτεχνικό σχήμα και εντοιχισμένη σε μικρό ύψος από τη θάλασσα, ανάμεσα στους πελώριους γρανιτένιους βράχους της περιοχής, έχει επάνω χαραγμένα τα γράμματα:

Πίετε ύδωρ διαυγές

και νεκταρώδες νάμα

την δίψαν κατασβέσατε

τους  ρύπους  πλύνατ’ άμα.

του Ιωάννου εύξασθε

του γόνου του Φωτίου

να ανταμείψη ο Θεός

τον ζήλον ως αιτίου

την μνήμην του ληρήσατε

ως τε πατρίδος φίλου

και εις τα καλά συντρέχετε

και σεις μετ’ ίσου ζήλου

Εν Κουτάλει 1847, Οκτωβρίου 20.

Δεξιότερα και λίγο πιο πάνω από τη βρύσι, ένας από τους Τούρκους που μας ακολουθούν μας δείχνει το μέρος που βρήκαν προ ετών τα χρυσά νομίσματα, που, όπως λέγεται, είχε κρύψει  εκεί  ο αρχιληστής Κριμάνης κατά το 1920, λίγο καιρό πριν σκοτωθεί στον Μαρμαρά από τον Απτουλλάχ Κιαζήμ.

Στην  επιστροφή  μας  από  τον  Αη-Γιώργη,  ανεβαίνουμε στον Προφήτη Ηλία, το υψηλότερο σημείο του μοναδικού βουνού, που έχει η μικρή Κούταλι. Από το ύψος του έχουμε από τη μια πλευρά μας απλωμένη, σαν ένα τεράστιο καθρέφτη, την Προποντίδα, που  αντικατοπτρίζει  στη γαλάζια της επιφάνεια τις χρυσαφένιες αχτίνες του ήλιου, και από  την  άλλη  τον Μαρμαρά και την Αφουσιά,  πανεύμορφες αρχοντοπούλες, στολισμένες με την πιο ωραία ανοιξιάτικη στολή τους. Μπροστά μας οι πλαγιές του βουνού, που στεκόμαστε, κατηφορίζουν μέχρι τη θάλασσα, καταπράσινες, λουλουδοστολισμένες.

Η γραφική εκκλησιά του Προφήτη Ηλία, που τόσο πολύ αγαπούσαν οι Κουταλιανοί, μάς δέχεται στον ιερό χώρο της σωριασμένη σε πέτρες και χώματα. Στεκόμαστε για λίγο μπροστά στο ιερό της , ψέλνουμε (για πρώτη φορά ύστερα από 30 χρόνια) μερικά τροπάρια της Αναστάσεως, και ξαναπαίρνουμε το δρόμο του γυρισμού στο χωριό.

Κατά την επιστροφή μας βρίσκουμε στα ερείπια του καφενείου του Δαμιανού μια ταφόπετρα  με  σκαλισμένα  επάνω  της: ένα σταυρό, πλαισιωμένο από ένα στεφάνι δεμένο στο κάτω μέρος του με κορδέλλες, και από κάτω τα γράμματα:

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ

Θεόδωρος Λαμπαδάριος

εκ Μαρμαρά

Γεννηθείς

την 17 Ιανουαρίου 1848

και αποθανών

την 4 Απριλίου 1885

εν Κουτάλει

εγκαταλειπών δε νεαράν

σύζυγον και οκτώ ανήλικα τέκνα

ΓΑΙΑΝ ΕΧΕΤΩ ΕΛΑΦΡΑΝ

Συνεχίζουμε τον περίπατό μας ανάμεσα στα τραγικά χαλάσματα της Κούταλης και φθάνουμε στην Παναγία Φανερωμένη, που είναι κι αυτή σωριασμένη σ’ένα άμορφο όγκο από πέτρες και χώματα. Από την όμορφη εκκλησιά δεν σώζονται παρά μόνο μερικά κουμάτια  από τους τοίχους της και ένα μέρος από το καμπαναριό της. Προχωρούμε προς τα «σαράγια» και βλέπουμε πως κι εδώ δεν έγινε καμιά εξαίρεση απ’την καταστροφή. Απ’ τις λαμπρές οικοδομές που στόλιζαν την ανατολική πλευρά της παραλίας της Κούταλης σώζονται  σήμερα μόνο του Μηνάκου Μαυρικίου, του Θόδωρου Ζαχάρωφ, του Παρισιάνου, του Θόδωρου Λαμπαδάριου, του Θόδωρου Βλαστού και του Μούχαλου. Στο κέντρο του χωριού και τη δυτική πλευρά του-«από κει κάτ΄»- σώζονται τα σπίτια: του Κώτσου του κυρ Αυγουστή, του Δημητράκη του Καραντάνη, του Κων



σταντίνου Κλώνη, του Παντελή του Βαλάση, του Κώτσου του Βασιλάρου ο φούρνος, του παππού του Μαστρογιάννη του Κονιόρδου, του Γαβριλάκη του Κοκκάλα, του Γιώργου Καρακίτσου, του Λογοθέτη Κομνιανού (Φώτα), του Αναγνώστη Ναούμ, του Γζαννή Ζαχαράκη, του Φωτάκη (Τσιφούτη), του Αρχιμήδη Θεοχαράκη, του Νικολάκη Ζαριφάκη (της Θυμίας), η καφεταρία του Νικολάκη Κωπέλη και το σπίτι του Γιάννη Καϊρη. Εκτός απ’ τα σπίτια που αναφέραμε παραπάνω (22 τον αριθμό) στην Κούταλη υπάρχουν σήμερα και μερικά άλλα που έκτισαν οι  Τούρκοι  με  τα άφθονα υλικά των κατεστραμμένων σπιτιών. Μαζί μ’αυτά η Κούταλη έχει σήμερα 36 σπίτια, στα οποία στεγάζονται ισάριθμες οικογένειες, με συνολικό αριθμό κατοίκων 160 άτομα.

Οι σημερινοί κάτοικοι της Κούταλης ασχολούνται με την γεωργία και την αλιεία, είναι δε άνθρωποι φιλήσυχοι και πολύ φιλόξενοι. Αν και είχαμε κάνει από τον Μαρμαρά τις σχετικές  προμήθειές  μας  για  το μεσημεριανό φαγητό μας, μας προσέφεραν από τα σπίτια τους τυρί, γιαούρτι και αυγά, δηλαδή ό,τι εκλεκτό είχαν στο φτωχικό τους. Στο πλούσιο τραπέζι μας την πρώτη θέσι είχαν 7 αστακοί που τους …πιάσαμε μόνοι μας σε μια απόστασι 50 μέτρων από το κατάγιαλο. Τους διαλέξαμε ανάμεσα σε εκατό που είχε δεμένους  σ’ένα  σχοινί ο Τούρκος ψαράς Ισμαήλ Τουτουτζή και φουνταρισμένους εκεί σε μια σημαντούρα για να διατηρούνται ζωντανοί μέχρις ότου πωληθούν.

Ένας εκλεκτός όμως μεζές θέλει και καλό κρασί και αφού δεν υπήρχε στην Κούταλι, αποφασίσαμε να πάμε μετά το φαγητό να το πιούμε στην Αφυσιά…

 

Υ.Γ στη φωτογραφία ένα από τα εξώφυλλα της εφημερίδας. Στην φωτογραφία που υπάρχει στο εξώφυλλο απεικονίζεται η Κούταλη. Στη λεζάντα γράφει: Γενάρης στην Πατρίδα. Η Κούταλις χιονισμένη κατά την προ του εκπατρισμού εποχήν.