Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Ένα ......λογοτεχνικό χρονικό πριν και μετά το διωγμό από τη Μικρά Ασία


1. Σε μας, όποιαν ώρα της μέρας κι αν ερχόταν κανείς, έβρισκε πάντα κόσμο και κίνηση και κουζίνα σε δράση. Μοσχοβολούσαν ψητά και τηγανητά και λουκουμάδες και χαλβάδες και κατημέρια. Δε χρειαζόταν καν να υπάρχει  η πρόφαση κάποια γιορτής. Μπαινόβγαιναν τα παιδιά της γειτονιάς, οι δασκάλοι μας, οι ράφτρες, οι παραδουλεύτρες, οι γειτόνισσες, φτωχές και πλούσιες, οι χαρτορίχτρες, η διανοούμενη νεολαία του Αϊντινιού.
Κάθε Τετάρτη, μαζεύονταν οι συγγένισσες και οι φίλες, για να γίνει ο φιδές. Ο φιδές ήταν ένα είδος ψιλό και στρογγυλό κριθαράκι, σα χοντρές οξείες, που το ‘ φτιαχναν οι γυναίκες στρίβοντας με δεξιοτεχνία το ζυμάρι ανάμεσα στα βουτυρωμένα δάχτυλά τους και το αράδιαζαν πάνω σε κόσκινα, σε σίτες και σε τραπέζια στρωμένα με ολόασπρα τραπεζομάντηλα.
......Τα πρωινά εκείνα του φιδέ παίρνανε πάντα τον τόνο γιορτής. Οι ασημένιοι δίσκοι πηγαινοερχόντανε με καφέδες και γλυκά – νερατζάκι, φιστίκι και μελιτζανάκι παραγεμισμένο με αμύγδαλο, μαστίχα και πράσινο καρυδάκι. Το κέφι τότε άναβε και καθώς τα χέρια δούλευαν με σβελτάδα το ζυμάρι, άλεθαν κι οι γλώσσες. Κι η καθεμιά έλεγε τις δικές της συνταγές για φαγιά και γλυκά.
....Το μεσημέρι όλος εκείνος ο γυναικόκοσμος έτρωγε στο σπίτι μας και τ’ απόγεμα έρχονταν κι οι άντρες απ’ τις δουλειές τους και το ρίχνανε στα ουζάκια. Η Ριρή έπαιζε πιάνο και οι νέοι χόρευαν. Αν ο καιρός ήταν καλός, πήγαιναν όλοι μαζί στις γύρω εξοχές – πότε στου Τσακίρογλου, πότε στο Μπουνάρι, πότε στο Κεπέζι και κουβαλούσαν εκεί οι «δούλες» τα λογιών λογιών μπουρεκάκια, τους παστουρμάδες, τις αγκινάρες τουρσί και τις παραγεμισμένες με αντζούγια ελιές.
Ο θείος Θανάσης τότε μεθούσε, έπαιζε κιθάρα, τραγουδούσε, έκανε εξομολογήσεις στις όμορφες κι έλεγε στ’ αδέρφια του και στο θείο Γιάγκο που συζητούσαν όλο για τις επιχειρήσεις τους
-Αφήστε βρε αρκαντάσηδες, ήσυχα για λίγο τα μυαλά σας. Η ζωή θέλει έρωτα και λουλούδια. Θέλει και καντάρια χαρά και καλοσύνη, θέλει και ασκιά, πολλά ασκιά κρασί και γέλιο.

Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν
 
Κατημέρι: είδος γλυκίσματος
Αϊντίνι: πόλη της Μ. Ασίας που είχε πριν από την καταστροφή 10.000 περίπου Έλληνες
Αρκαντάσης: σύντροφος, φίλος
 
2. Τούρκους δεν είχαμε στο χωριό – κι ας ήτανε τα τούρκικα η γλώσσα που μιλούσαμε. Άσβηστη καντήλα έκαιγε στην καρδιά η αγάπη για την πατρίδα μας την Ελλάδα. Οι Τούρκοι απ’ τα γύρω χωριά, το Κιρετσλί, το χαβουτσλί, το Μπαλατζίκ, μας τιμούσανε και μας θαυμάζανε. Έκοβε λέει το μυαλό μας κι ήμασταν εργατικοί. Και μεις, ειν’ αλήθεια, ποτέ δε τους δίναμε αφορμή ν’αλλάξουνε γνώμη. Με τον καλό λόγο στεκόμαστε και με το μπαξίς. Μέρα δεν περνούσε που να μην κατεβούνε στην αγορά μαςΤούρκοι χωριάτες. Φέρνανε ξύλα, κάρβουνα, πουλερικά, καϊμάκια, αυγά, τυριά, όλα τα μπερκέτια της Ανατολής. Τα πουλούσανε στο παζάρι κι αγόραζαν ύστερα από τα μαγαζιά μας ό,τι είχαν ανάγκη. Το βράδυ ξαναγυρίζανε στα χωριά τους. Μερικοί μέναν μουσαφιραίοι σε φιλικά σπίτια. Τρώγανε ψωμί μαζί μας και κοιμόντανε στα στρώματά μας. Το ίδιο κάνανε κι οι δικοί μας όταν πήγαιναν κατά τα τουρκοχώρια για ν’αγοράσουνε βόδια, άλογα ή μαζεμένο το γάλα της χρονιάς. Όταν ανταμώναμε ξεμοναχιασμένοι στα βουνά, χαιρετιόμαστε  με τεμενάδες, καλημερίσματα και καλησπερίσματα. « σαμπαχλαρινίζ χαϊρ ολσούν! Αξαμλαρινίζ χαϊρ ολσούν!»
Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα
 
3. Η κόνα Αγγελικώ είχε αδυναμία στα παραμύθια. Ίσως γιατί την απομάκρυναν απ’τη σκληρή ζωή της, ίσως και γιατί σ’αυτά έβρισκε μια διέξοδο η ζωηρή φαντασία της. Όταν μας ξεφορτωνόταν η μητέρα, γιατί είχε δικές της συντροφιές, μας μάζευε αυτή γύρω της και μας έλεγε πότε για τις νεράιδες, που βγαίνουν τη νύχτα απ’τα μπουνάρια  και ξελογιάζουν με την ομορφιά τους τους άντρες και πότε για τα στοιχειωμένα τσοκαράκια της Βαλιντέ – χανούμ που τη σκότωσε ο άντρας της από ζήλεια κι από τότε τις νύχτες τρέχουν μόνα τους τα τσοκαράκια και φωνάζουν την κυρά τους: «Βαλιντέ! Βαλιντέ». Όταν πρωτακούσαμε το παραμύθι αυτό, ούτε η Ριρή, ούτ’εγώ κλείσαμε μάτι. Καθώς προχωρούσε η νύχτα κι οι δρόμοι πέφτανε στη σιωπή του φόβου, ακούστηκε ο χτύπος του ραβδιού του παζβάντη:  «ταμ, ταμ, τάκα, τάκα, νταν...». Άλλοτε ο χτύπος αυτός μας έδινε το αίσθημα της σιγουριάς. Ήταν το σύνθημα για τον κόσμο να κοιμηθεί ήσυχα, γιατί οι παζβάντες άγρυπνοι φρουροί φύλαγαν τη ζωή και την περιουσία του. Μα εκείνη τη νύχτα η φαντασία μας έτρεχε αχαλίνωτη. -Ακούς; Ακούς τα τσοκαράκια; Ψιθύρισε η Ριρή.
-Ακούω, της είπα κι έτρεμα σύγκορμη.Ο αγαπημένος ήρωας της κόνα Αγγελικώς ήταν ο Τσάκιτζης, ο ξακουστός Εφές του Αϊντινιού. Μας τον παράσταινε προστάτη της φτωχολογιάς, μεγαλόκαρδο, σελμπέση και δίκαιο. Μα μέσα σ’εκείνες τις διηγήσεις της έβαζε και τους δικούς της καημούς και πόθους, τις προσδοκίες, τις πίκρες και το άχτι της για τις αδικίες των ισχυρών.Έβρισκε ξεχωριστή ευχαρίστηση να διηγείται, με νέες πάντα παραλλαγές, την ιστορία του σκληρού και άπονου Ραμάζη, του τσιφλικά, που έκανε «μαύρη κι άραχλη» τη ζωή των φτωχών κι άφηκε τα παιδιά τους να πεθαίνουν απ’ το χτικιό.  Μα ένα βράδυ ο Τσάκιτζης ζώστηκε τις πιστόλες του, καβαλίκεψε τ’άσπρο του το άτι και «τάκα – τουκ, τάκα – τουκ», νάτος με τα παλικάρια του στον κούλα του Ραμάζη.

Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν

Κόνα: κυρά
μπουνάρι: πηγή
Βαλιντέ –χανούμ: η μητέρα του σουλτάνου
παζβάντης: νυχτοφύλακας
Τσάκιτζης ή Τσακιτζής: δημοφιλής ήρωας λαϊκών αναγνωσμάτων που λήστευε τους πλούσιους τσιφλικάδες της περιοχής του Αϊδινίου και μοίραζε τα αγαθά τους στη φτωχολογιά
Εφές: αφέντης, κύριος
κούλα ή κουλές: πύργος
 
4. Θαμπώθηκαν τα μάτια του Δημητρού, σαν έφτασε στην Πόλη. Στην ωραία Επτάλοφο. «Χαίρε, Κωνσταντινούπολις, των Πόλεων η βασιλίς». Ξαπλωμένη πάνω σε δύο ηπείρους, ανοίγει η Πολη τα στήθια της στο βοριά της Μαύρης Θάλασσας  από τη μια μεριά και στη νοτιά του Μαρμαρά από την άλλη. Γιουρούσι λες και κάνουμε τα δυο αντίθετα ρεύματα για να την κατακτήσουνε. Παλεύει η Δύση με την Ανατολή κα τη διεκδικούνε και αφρίζουνε και κλωθογυρίζουνε μπροστά στην πούντα του Σαράι Μπουρνού, στα πόδια της Αγιάς Σοφιάς μες στην καρδιά της Πόλης.
Πώς να μη γίνει ο Δημητρός ποιητής, πώς να μη γίνει ρομαντικός! Σπάραξε η καρδιά του σαν είδε τους μιναρέδες γύρω απ’ την Αγια – Σοφιά. Και όμως εκείνη στέκεται μεγαλόπρεπη και με ηγεμονική σεμνότητα σκορπά στη γύρο της τη γαλήνη. Μπροστά στο μεγαλείο της  μυρμήγκι μοιάζει ο άνθρωπος, και όμως κα το μυρμήγκι μέσα στην Αγια – Σοφιά φαίνεται και παίρνει σημασία. Κάτω απ’ το μεγάλο θόλο της σαν σταθείς, δεν ξέρεις αν ο θόλος πρόβαλε για να σε προστατέψει ή αν υψώνεται, για ν’ανοιχτεί και να πετάξεις απάνω. Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια....Άλλον ένα Παρθενώνα χτίσαν οι Βυζαντινοί και τον αφιέρωσαν και αυτοί στου Θεού τη Σοφία.
Έτσι την είδε ο Δημητρός την Αγιά – Σοφιά που στέκεται μέσα στην παλαιά Πόλη που την τριγυρίζουνε τα τείχη τα βυζαντινά. Εκεί δεν είχε πάνε κι έλα και θόρυβο και θέατρα και ξένους, όπως στο Πέρα και στο Γαλατά. Εκεί η ζωή κυλούσε γιαβάς γιαβάς. Στενά λιθόστρωτα σοκάκια, μικρά ξύλινα σπίτια με τεράστιες γεροδεμένες πόρτες που μοιάζουν πόρτες φυλακής. Καφασωτά παράθυρα, ερημιά. Τσαρσιά  με ραχατλήδες ανατολίτες εμπόρους καθισμένους σταυροπόδι μπροστά στην πραμάτεια τους: φίλντισι, κεχλιμπάρι και σιντέφι. Μεταξωτά υφάσματα και λαχουρένια σάλια από τις Ινδίες, πολύτιμα αρώματα....

Λωξάντρα, Μαρία Ιορδανίδου
 
Μαρμαράς: η Προποντίδα
Γιουρούσι: έφοδος
Πούντα: το άκρο του ακρωτηρίου
γιαβάς γιαβάς: σιγά σιγά
Ραχατλής: αυτός που αγαπάει την αργία, τεμπέλης
Λαχουρένιος: από λαχούρι: είδος λεπτού μάλλινου γυναικείου υφάσματος

5.  Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σαν να ‘τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ’όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψούνιζε. Από το ‘να μαγαζί έβγαινε, στ’άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.Οι μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό από τον κόσμο που φουμάριζε. Ο καφενές τ’ Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Είχε μέσα δύο σόμπες, και τα τζάμια ήτανε θαμπά, απ’όξω έβλεπες σαν ίσκιους τους ανθρώπους. Οι μουστερήδες είχανε βγάλει τις γούνες από τη ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραίοι. Κάθε τόσο άνοιγε η πόρτα και μπαίνανε τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. ..Και δεν τα λέγανε μισά και μισοκούτελα, μα τα λέγανε από την αρχή ίσαμε το τέλος, με φωνές ψαλτάδικες, όχι σαν και τώρα, που λένε μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα, και κείνα παράφωνα.
..........Η ώρα περνούσε κι ανάριευε σιγά σιγά ο κόσμος. Τα μαγαζιά σφαλούσαν  ένα ένα. Μονάχα μέσα στα μπαρμπεριά  ξουριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι.
Στο τσαρσί λιγόστευε η φασαρία, μα στους μαχαλάδες γυρίζανε τα παιδιά με τα φανάρια και λέγανε τα κάλαντα στα σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυραίοι, οι νοικοκυράδες  και τα παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι υποδεχόντανε τους ψαλτάδες, και κείνοι αρχίζανε καλόφωνοι σαν χοτζάδες:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’αρχοντικό σας.
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει,
Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίσις όλη.....
Κι αφού ξιστορούσανε όσα λέγει το Ευαγγέλιο, τον Ιωσήφ, τους αγγέλους, τους τσομπάνηδες, τους μάγους, τον Ηρώδη, το σφάξιμο των νηπίων και τη Ραχήλ που έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε με τούτα τα λόγια:
Ιδού οπού σας είπαμεν όλην την ιστορίαν,Του Ιησού μας του χριστού γέννησιν την αγίαν.
Και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθείτε,Ολίγον ύπνον πάρετε και πάλι σηκωθείτε.
Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε, Στη εκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπείτε.
Ν’ακούσετε με προσοχήν  όλην την υμνωδίαν Και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν
Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας,Ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας.
Και τον σταυρόν  σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε,Δότε και κανενός πτωχού, όστις να υστερείται.
Δότε κι εμάς τον κόπον μας ότ’ είναι ορισμός σας,Και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.
Και εις έτη πολλά

Φώτης Κόντογλου, Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου
 
Τάντανο: δριμύ ψύχος, παγωνιά
Τσαρσί: αγορά
Αναριεύω: αραιώνω
Μουστερής: πελάτης
 
6. Σόλη τη διαδρομή, καθώς αγκομαχούσε το τρενάκι του Μπουτζά για να φτάσει στη Σμύρνη, αγκομαχούσε κι η καρδιά μου από αγωνία. Τα μάτια μου παίζανε νευρικά αρπάζοντας εκείνες τις όλο γαλήνη εικόνες του ήρεμου τοπίου: τα περιβόλια με τα δέντρα, που τα κλαριά τους γέρνανε ως κάτω απ’τον πλούσιο καρπό, τα κοκκινόμαυρα χώματα, που ρουφούσαν ηδονικά τα τρεχούμενα λαχταριστά νερά, τις αγελάδες και τ’άλογα που αδιάφορα μαζούλιζαν το αφράτο χορτάρι τους. Εδώ κι εκεί αμέριμνοι οι χωρικοί με τις κουνιστές τους βράκες, σκάλιζαν τη γης και όργωναν τ’αμπέλια που θα πότιζαν αύριο με το χυμό τους το κέφι των εύθυμων Σμυρνιών, για να τραγουδούν κα ν’αγαπούνε
Μέσα μου πάλευε η συγκίνηση με την οργή. Γιατί πάλι αυτή η αναταραχή κι η τρικυμία; Γιατί οι άνθρωποι του τόπου μας έπρεπε να τρέχουν κυνηγημένοι κα να σκοτώνονται. Γιατί να καίγονται πάλι τα σπίτια τους και τα σπαρτά τους και οι ελπίδες τους; Γιατί δε βρισκόταν ένας τρόπος να ζει ο καθένας στη γη των προγόνων του και να τη δουλεύει ήσυχα και καλά, είτε Τούρκος ήταν είτε Έλληνας; Να ‘ταν από Θεού δοσμένο τότε, δε θα ‘ταν πόλεμος, θα ‘ταν σεισμός, αστροπελέκι, πλημμύρα. Τούτη τη συμφορά ποιοι άνθρωποι να τη φτιάχναν και γιατί;

Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν

7. Στις 8 Νοεμβρίου ανακοινώθηκε το φιρμάνι, στις 13 τοιχοκολλήθηκε, κι ίσαμε τις 16 έπρεπε όλος ο πληθυσμός της Τρίπολης να έχει εγκαταλείψει σπίτια, χωράφια και πλεούμενα. Ο λαός της Τρίπολης έπρεπε να έχει θάψει εκεί που κοιλοπόνεσε, εκεί που μόχθησε, εκεί που χάρηκε κι αγάπησε, την καρδιά του, τη μεγάλη καρδιά ενός μικρού πληθυσμού που ακολούθησε στητός, ανίκητος, την πίστη και την πατρίδα του.
Κι αφού τρεις μέρες και τρεις νύχτες δίχως ήλιο και δίχως αστέρια ετοιμάζανε ό,τι ήτανε βολετό να μεταφερθεί, αφού πουλήσανε στους Τούρκους ό,τι ήτανε δυνατό να πουληθεί, κρεμάσανε στο αλιμό τους το κλειδί της μπαρωμένης ξώθυρας κι ήτανε τούτο ο σταυρός της πορείας τους.
Κι όσο δεν είχε επίσημα ανακοινωθεί η απέλαση, ελπίζανε ακόμη. Ο καϊμακάμης τους είχε υποσχεθεί πως δε θα τους απελάσει, κι ο δήμαρχος της πόλης, που τους συμπαθούσε, ο Χατζή Εμίν, είτε γιατί δεν το ήξερε, είτε γιατί δεν τολμούσε, δεν τους το είπε, όταν τόνε ρωτήσανε, κι έτσι κανένας δεν πρόλαβε να φύγει, κανένας να κρυφτεί, έξω από κείνα τα 15 παλικάρια που περάσανε με σκάφες τη θάλασσα και τον Χαρσιώτη.
Ήτανε Τετάρτη πρωί, σαν έφτασε ο διοικητής με τους χωροφύλακες και ανακοίνωσε την απόφαση της κυβέρνησής του, που έλεγε πως μέσα σε τρεις μέρες όλοι οι χριστιανοί κάτοικοι της πόλης πρέπει να είναι έτοιμοι να βαδίσουν προς το εσωτερικό.
.........Κι ήταν κάτι αφάνταστο εκείνη η πορεία μέσα στη μαύρη νύχτα κα στην ψιλή βροχή. Ένα δάσος που κινείται και καίεται από δαδιά, από κεριά, από αφάνες αναμμένες και τα κλάματα κι οι κραυγές των μανάδων που χάνανε τα παιδιά και μέσα σε κείνη τη φωτισμένη κόλαση να τα γυρεύουν, ενώ άλλοι βουλιάζανε μέσα στα ριζοτόπια του Τοματζλού κι άλλοι χάναν το δρόμο και το χέρι των δικών τους. Κι άκουγες σαν τα χαμένα αγρίμια να βγαίνουν ματωμένες από μέσα μας οι φωνές, Παναγή!!! Νικόλα!!! από κάτω...πιο δεξιά....μ’ακούς, παιδί μου;
Κι ερχότανε η ηχώ, όι...όι...μανίτσα.

Η Τρίπολη του Πόντου, Tατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ
Φιρμάνι: σουλτανικό διάταγμα
Τρίπολη: πόλη του Πόντου ανάμεσα στην Κερασούντα και Τραπεζούντα
Καϊμακάμης: Τούρκος διοικητής
Χαρσιώτης: ποτάμι που χύνεται στον Εύξεινο, κοντά στην Τρίπολη
 
8. Τελείωσε. Το Αϊβαλί άδειασε πια. Το απόγευμα φεύγει το τελευταίο βαπόρι. Όσοι είναι να φύγουν θα φύγουν. Αλλιώς δεν έχει άλλο. ..Η μητέρα μου δε θέλει να φύγει. Ο γερο – πατέρας μου την παρακαλεί και της λέει πως έχουμε κορίτσια. Πρέπει. ...Κατά τις τρεις το απόγεμα την καταφέρνουν, τέλος, και τη μητέρα μου πως «πρέπει». Έρχουνται στη φυλακή και παρακαλούν τον αξιωματικό, μια τελευταία ικεσία: να τους αφήσει να μπουν μες στο υπόγειο να μ’ αποχαιρετήσουν. Με πολλές δυσκολίες τους δίνει την άδεια. Είναι όλοι, ο γερο – πατέρας, η μητέρα μου, ο Θάνος, η Ανθίππη, η Σοφία, η Αγάπη, η Λένα, όλοι. Μ’αγκαλιάζουν πρώτα και με φιλούν τα παιδιά. Ένα – ένα, μόλις κάμουν το καθήκον τους, φεύγουν όξω. Οι σύντροφοί μου μας έχουν τριγυρίσει. Παρακολουθούν σιωπηλά. Με πιάνει απ’ τους ώμους ο πατέρας μου. Δεν τον είχα δει να κλάψει ποτές. Με κρατά μια μακριά στιγμή έτσι, απ’ τους ώμους, ύστερα σκύβει και με φιλά στο μέτωπο. Ένα νευρικό έχει πιάσει τα ματόκλαδά του. ...Όμως η μητέρα μου, που έρχεται τελευταία, δε θέλει να ξεκολλήσει από πάνω μου. Είμαστε εκεί μια μάζα, έχω χώσει το κεφάλι μου μες στο μαραμένο κόρφο της, να κρατήσω για τελευταία φορά αυτή τη ζέστη πάνω στο μάγουλό μου. Με σφίγγει, δε θέλει να μ’αφήσει. Τα δακρυά της μποδίζουν τα λόγια να βγουν καθαρά. Μόλις καταλαβαίνω πως λέει πως δε θα το βαστάξει και θα πεθάνει γρήγορα. Το ξαναλέει, σα να είναι κάτι που μου το υπόσχεται. Σηκώνει το πρόσωπό της, πιάνει το δικό μου με τα χέρια της και με κοιτάζει σα μια εικόνα που δεν πρόκειται να τη δει ποτές πια, σκύβει πάλι, μου μαζεύει το σακάκι, ασυναίσθητα, να με κουμπώσει μη κρυώνω, σαν να ήμουν παιδάκι.  Ο πατέρας μου την τραβά. - Δε θα προφτάσουμε το βαπόρι...Δε θα προφτάσουμε...μουρμουρίζει συγκινημένος. Κ’εγώ τη σπρώχνω, μην τυχόν και δεν προφτάξουν. - Μανούλα, να φύγετε!..Θα σε θυμάμαι....

Ηλίας Βενέζης, Το νούμερο 31328
  
9. Μέσα ήταν και πολίτες Τούρκοι που ταξίδευαν στην Πόλη. Δίπλα μου μια παρέα έτρωγε και τραγουδούσε με κέφι.Ένας γέρος στεκόταν όρθιος παραπέρα και τους άκουγε κατσουφιασμένος. Έκανα να τον ζυγώσω και να του πιάσω κουβέντα.Δε μου έμοιαζε για Τούρκος. Αυτός μ’αγριοκοίταξε. Τραβήχτηκα. Σε λίγο πήγα πάλι κοντά του. - Γιατί δε μου μιλάς; Του λέω τούρκικα. - Τι θέλεις από μένα; μου λέει.- Να σε ρωτήσω θέλω. Το βαπόρι θα πιάσει σκάλα στη Μυτιλήνη;- και που ξέρω εγώ, μου απαντά.- Καλά, εσύ πού πας;- Γιατί με ρωτάς; μου λέει.- Μου φαίνεσαι σαν Έλληνας. Είμαι κι εγώ Έλληνας. Ένας χρόνος πάει που ‘μενα στην Τουρκιά, κάνοντας τον Τούρκο, για να γλιτώσω. - Μωρέ τι λες; Μου λέει ελληνικά.... Να με συμπαθάς, μου λέει. ..Κάτσε εδώ, να πάω να το πω στον καμαρότο. Είναι κι αυτός Έλληνας. Να ιδούμε τι θα γίνει.
Πήγε και του λέει:- Ένας χριστιανός, ντυμένος τούρκικα, έρχεται απ’ τη Σμύρνη. Κοίταξε να τον σώσουμε......Το καράβι άρχισε να σφυράει και σιγά σιγά σταμάτησε μες στο λιμάνι της Μυτιλήνης....Βγήκαμε στο Λιμεναρχείο. ..Με πήγε στο Φρουραρχείο. Μόλις με είδε ο Φρούραρχος: - καλώς τον, μου λέει, κάτσε. Από που έρχεσαι; Πού πας; Πού έκανες στρατιώτης; Ποιον είχες διοικητή;...Έχεις εδω κανένα Σωκιανό να σε ξέρει;- Εγώ που να ξέρω, τώρα ήρθα, του λέω.- Εσείς δεν ξέρετε κανέναν; Ρωτά τους χωροφύλακες.
Ένας τους λέει: - Κάποιος ξενοδόχος, κύριε φρούραρχε, θαρρώ πως είναι απ’ τα Σώκια. - Πήγαινέ τον. Κι αν γνωριστούν, να μείνει στο ξενοδοχείο.......Ως τα μεσάνυχτα λέγαμε τα βάσανά μας. Ο ύπνος μας πήρε απάνω σε κουβέντα. Το πρωί ξύπνησα ησυχασμένος. Ντύθηκα και πήγα στην εκκλησία. Άναψα ένα κερί, γονάτισα και προσευχήθηκα.

Στρατής Δούκας, Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου

10. Πλησιάζανε οι Φωκιανοί λαχανιασμένοι, στο απάνω χωριό, που είχαν οι άλλοι πρόσφυγες, οι Ανατολίτες, όταν σταματήσανε μονομιάς. Ένας μοναχός, ολομόναχος άνθρωπος πρόβαλε στο μονοπάτι. Είχε σκεπασμένο με τσουβάλια το κορμί του, το πρόσωπό του ήταν  κίτρινο, ήταν ολομόναχος....- Είναι ο Αντρέας! Είναι ο Αντρέας της κυρά Σοφούλας!Κι ύστερα άρχισαν να τον πνίγουν στα ρωτήματα:- Μην είδες τον τάδε; Μην είδες τον τάδε;- Δεν ξέρω τίποτα....Δεν ξέρω τίποτα....Άρχισαν να βαδίζουν  προς την Ανάβυσσο, ο αιχμάλωτος όδευε πρώτος και το πλήθος ακολουθούσε. Πλάι του έτρεχε λαχανιασμένος ο γιατρός Βένης.- Η Άννα ζει; Ρώτησε μια στιγμή, μες στην αγωνία του, το αγόρι. - Ναι, ζει. Εδώ είναι. Εδώ είναι κι η μητέρα του Άγγελου. Μαζί με κείνον δεν ήσαστε, όταν σας πιάσανε;....- Θα ρθει με τ’ άλλο βαπόρι; επιμένει η φωνή.Πάλι- Θα ‘ρθει λοιπόν;Κι η σκληρή φωνή του αγοριού, σχεδόν άγρια, αδύνατη πια να κρατηθεί, τινάζεται σπαράζοντας:- Ε, όχι! Δε θα ρθει! Δε θα ρθει! Μη με ρωτάτε πια! φώναζε απελπισμέναΚάθισε απότομα καταγής κι έκλεισε το πρόσωπό του με τις χούφτες του. Όλοι, τότε, κάνανε ένα βουβό κύκλο πάνω από κείνο το φάντασμα.- Για ποιον λέει; ρωτούσαν σιγανά.Μα ο γιατρός τούς παρακάλεσε ν’αραιώσουν τον κύκλο, να πάρει αέρα το παιδί. Γονάτισε πλάι του κι έπιασε το μέτωπό του, σαν να ήθελε να δει αν έχει πυρετό.Ύστερα έσκυψε ακόμα πιο πολύ στ’αυτί του αγοριού, ικετεύοντας:- Η μητέρα του, να μη μάθει τίποτα, του ψιθύρισε τρέμοντας από ταραχή. Θα πρέπει να περιμένει. Κι ο Αντρέας χαμήλωσε το κεφάλι, πιο ήσυχος λίγο, στη γη. - Ναι, δε θα μάθει. ......Και για να μη μάθει κείνη η μητέρα τίποτα, ο Αντρέας κάθισε και της είπε μια ιστορία. Ήταν ένα παραμύθι όλο χρώμα και συγκίνηση, γεμάτο από καλοσύνη για δυο παιδιά που βρεθήκανε μες στο μπουρίνι του πολέμου, γεμάτο από ιερή ευγνωμοσύνη κι από θερμά δάκρυα. - Ο Άγγελος θα ‘ρθει με την άλλη αποστολή, ή με την άλλη, την άλλη. Θα ‘ρθει – ήταν ο πρώτος λόγος που είπε στη μητέρα του φίλου του.

Αιολική Γη, Ηλία Βενέζη
11. Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ’ το πηγάδι της αυλής . Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. .....Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. ...Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο κατώφλι μας, δε σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα, όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. ....Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ’τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στην αρχή μας τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους Τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας;Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα;Πάνω σ’αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια κι αμπελοχώραφα εκει κάτω. Η τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας. ...Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι – τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλική μπόμπα είχε σαρώσει την ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει. Δεν την ξανάδαμε από τότε. Άλλωστε και να ‘ρχότανε δε θα βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ’τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τί μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους. ....Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ’ το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. ...Τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ’ την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γριά να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».
Το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ: πρόκειται για το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, όπου σήμερα στεγάζεται το τουρκικό προξενείο. Ντουτιά: συκομουριά

Στου Κεμάλ το σπίτι, Γιώργος Ιωάννου

12.  Νάτην η Τραπεζούντα – πρωτεύουσα ιστορική των Κομνηνών – γεμάτη εκκλησιές, κάστρα βυζαντινά, τζαμιά κι ορθοδοξία, που από τη μια μεριά της σκαρφαλώνει στον λόφο του «Ποζ Τεπέ» κι απ’ την άλλη δροσολογιέται ανέμελα στη θάλασσα του Ευξείνου, που πότε χαϊδεύει  τις αμμουδιές της καταγάλανη, και πότε ανασηκώνεται θυμωμένη, σε κύματα θεόρατα, που σπάζουν και βροντολογούν στα βράχια του γιαλού της.
Σπίτια μικρά, μεγάλα, που οι αυλές τους – πλακόστρωτες αλλού κι αλλού με καρφωμένα βοτσαλάκια – λαμποκοπάνε από πάστρα κι οι κήποι τους ολούθε είναι πνιγμένοι στο λουλούδι, στις συκιές ή τις ροδιές ή τις μανόλιες.
Να το μεϊτάνι με τα μεγάλα καφενεία, όπου σεβάσμιοι Τούρκοι τραβούν μακάριοι τους ναργιλέδες, κι οι δρόμοι με τα μαγαζιά, τα σεκερτζίδικα με τα πολύχρωμα ζαχαρωτά, τα χαλβατζίδικα με τους πελώριους άσπρους χαλβάδες, τις λεμονάδες, τα σερμπέτια και πέρα τα κεμπαπτζίδικα με τα ντονέρ κεμπάπια, όπου ο κεμπαπτζης ξεσπά μερακλωμένος σε κραυγές.
........Όσο μακρύτερα πάει η θύμηση, τόσο πιο καθαρά βλέπει τις εικόνες – εκεί στον κεντρικό δρόμο προς το λιμάνι και το τελωνείο ξανοίγει το μαγαζί του πατέρα με τα τενεδιώτικα κρασιά και την ταμπέλα από πάνω: ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΠΩΛΕΙΟΝ Η ΩΡΑΙΑ ΤΕΝΕΔΟΣ
....Συγκινημένη η θύμηση παίρνει τους δρόμους και περπατά: Ρωμαίικες γειτονιές, τούρκικοι μαχαλάδες, τζαμιά και μιναρέδες που λογχίζουν τον αέρα, αλλά και εκκλησιές – πόσες εκκλησιές! – περιοχές ολόκληρες της πόλης όλο ελληνισμός, χωρίς κανένα Τούρκο.
Βραδιάζει. Και να που εκεί ψηλά στον μιναρέ πρόβαλε ο «μολάς», που με τον ένα χέρι στο αυτί διαλαλά στα πέρατα του κόσμου, ότι ένας είναι ο Αλλάχ και προφήτης του ο Μωάμεθ.
Αλλάάάάάάάάχ
Μπιρ Αλλάάάάάάάάχ
Αλλά η απάντηση έρχεται από πλήθος καμπαναριά που χαλούν τον κόσμο με τις γλυκόλαλες καμπάνες, απ’όπου δοξολογιέται ο αληθινός Θεός των Χριστιανών και προσκαλούνται οι πιστοί στις εκκλησιές, όπου οδεύουν – ολόκληρος λαός – με πίστη και κατάνυξη, Κυριακές, γιορτές, εωθινά, εσπερινούς, Χριστούγεννα και Πάσχα.

Δημήτρης Ψαθάς, Γη του Πόντου
 
Ποζ Τεπέ: ονομασία του λόφου νότια της Τραπεζούντας
Μεϊτάνι: πλατεία
Σεκερλίδικα: ζαχαροπλαστεία
Σερμπέτι: είδος γλυκού και αρωματικού αναψυκτικού
Μπιρ: ένας

Επιστολή του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ στην Ο.Π.Σ.Ε

                                          










                                          Λαύριο, 22/12/2011
Αρ. Πρωτ. 2





Προς
Ομοσπονδία Προσφυγικών
Σωματείων Ελλάδος (Ο.Π.Σ.Ε)
Στουρνάρη 53, 10432, Αθήνα


Κοινοποίηση
Δίκτυο Ενημέρωσης Μικρασιατών



Κατά την 1η Τακτική Γενική Συνέλευση που συγκάλεσε η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ στις 18/12/2011 ετέθη το θέμα που είχε προκύψει με την αυθαίρετη εγγραφή του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ στην Ομοσπονδία Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος (Ο.Π.Σ.Ε) από τον εκ της προσωρινής Διοίκησης κύριο Παναγιώτη Μούτση. Με πλειοψηφία η Γενική Συνέλευση αποφάσισε να τεθεί το θέμα προς συζήτηση από τη νέα Διοικητική Αρχή του Συλλόγου η οποία, αφού συγκροτήθηκε σε σώμα στις 20/12/2011,  με την υπ’αριθμ. 1 απόφασή της ορίζει:
  1. ότι δεν αναγνωρίζει πως έγινε ποτέ εγγραφή του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ στην Ο.Π.Σ.Ε και ότι οποιαδήποτε ενέργεια ήταν προσωπική και αυθαίρετη απόφαση του εκ της προσωρινής Διοίκησης κυρίου Παναγιώτη Μούτση, ο οποίος δε διέθετε έγγραφη απόφαση του Δ.Σ ή της Γ.Σ του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ, όπως ορίζει το άρθρο 8 της Ο.Π.Σ.Ε για την εγγραφή μελών ούτε, επίσης, σχετική απόφαση του Δ.Σ για τον ορισμό του ως εκπροσώπου του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ στην Ο.Π.Σ.Ε, όπως ορίζει το άρθρο 12 περί Γενικής Συνέλευσης της Ο.Π.Σ.Ε, μιας και η Διοίκηση του Συλλόγου ήταν προσωρινή και είχε μοναδικό σκοπό της τη διενέργεια αρχαιρεσιών.
  2. ότι αφού θέσει σε κανονική λειτουργία το Σύλλογο και αφού αξιολογήσει τη συμπεριφορά της Ο.Π.Σ.Ε στο θέμα που έχει προκύψει θα αποφασίσει αν και πότε θα εγγραφεί στην Ο.Π.Σ.Ε
  3. να αποσταλεί η απόφασή της στην Ο.Π.Σ.Ε, από την οποία ζητά να την κοινοποιήσει σε όλα τα μέλη της ή, αν αδυνατεί να το πράξει η ίδια, να δώσει στο Δ.Σ του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ τις δ/νσεις των Μελών της, ώστε να τη γνωστοποιήσει το ίδιο, με παράλληλη κοινοποίηση στην ευρύτερη μικρασιατική κοινότητα.


                                         Για το Δ.Σ


Ο Πρόεδρος                                                                                   Η Γ. Γραμματέας



Δημήτριος Δεληγιάννης                                                                Τριανταφυλλιά Μήτρου


Το Πρώτο Εκλεγμένο Δ.Σ του ΠΟλιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ












Μετά την 1η Τακτική Γενική Συνέλευση, που συγκάλεσε η προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου «Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ», στο Πολιτιστικό Κέντρο Λαυρίου την Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011, με κύριο σκοπό τη διεξαγωγή εκλογών και αρχαιρεσιών για την ανάδειξη του πρώτου εκλεγμένου Διοικητικού Συμβουλίου, το Δ.Σ που εξελέγη συνεδρίασε στις 20/12/2011 και συγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής:

Μίμης Δεληγιάννης Πρόεδρος

Γιάννης Τσεσμελής Αντιπρόεδρος

Δέσποινα Δεληγιάννη-Καριποπούλου Ταμίας

Τριανταφυλλιά Μήτρου Γ. Γραμματέας

Σπάρτη Γαβρίλη Μέλος

Πασχαλιά Μακαρώνη Μέλος

Παναγιώτης Μούτσης Μέλος

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Στου Κεμάλ το Σπίτι

Έτυχε να παρευρεθώ το Σάββατο 22 Μαϊου στην εκδήλωση μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων και άκουσα από τον κεντρικό ομιλητή το ίδιο σχόλιο – πιθανότατα αποτελούσε κεντρική γραμμή της Ομοσπονδίας των Ποντίων γιατί το διάβασα και σε ιστοσελίδα στο διαδίκτυο - σχετικά με την άκαιρη επιλογή του Υπουργείου Παιδείας να εξετάσει τους μαθητές της Γ΄Λυκείου Θεωρητικής Κατεύθυνσης στο κείμενο του Γιώργου Ιωάννου «Στου Κεμάλ το σπίτι», θεωρώντας πως προσβάλει τη μνήμη των σφαγιασθέντων από το κεμαλικό καθεστώς, ενώ παράλληλα τιμά τον Ατατούρκ.
Χωρίς καμιά διάθεση να υποστηρίξω το Υπουργείο Παιδείας, που φυσικά κατά καρούς έχει προχωρήσει σε πράγματι λανθασμένες και προκλητικές επιλογές, που όντως ασεβούν στη μνήμη των Μικρασιατών, θεωρώ το συγκεριμένο σχόλιο εντελώς αφελές – ακριβώς επειδή πρόκειται για δημόσιο λόγο και θα πρεπε να προϋποθέτει την τεκμηρίωση -που στοχεύει μόνο στην πρόκληση εντυπώσεων.
Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό κείμενο προέρχεται από έναν άνθρωπο που γεννήθηκε από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη (ο πατέρας του ήταν από τη Ραιδεστό και η μητέρα του από την Κεσσάνη). Θέμα του είναι οι επαναλαμβανόμενες επισκέψεις μιας γυναίκας τουρκικής καταγωγής σ’ένα σπίτι που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη, όπου κάποτε ζούσε η ίδια και τώρα ζει η οικογένεια του συγγραφέα. Η γυναίκα αυτή, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το αρχοντικό της λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών, επισκεπτόταν το σπίτι λόγω της ασίγαστης νοσταλγίας που ένιωθε για τον τόπο και το πατρικό της.
Το κείμενο, λοιπόν, του Ιωάννου έχει ως βασικό του θέμα την αγάπη και τη νοσταλγία που νιώθουν οι άνθρωποι κάθε εθνικότητας για τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, τον πόνο του ξεριζωμού και την προσφυγιά. Η γυναίκα που περιγράφεται, η μαυροφορεμένη Τουρκάλα είναι ένας ανθρώπινος τύπος σαν κι εμάς∙ μια γυναίκα που η βίαιη αποκοπή της από τον τόπο που αγάπησε τη σημάδεψε σε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή της, που δεν ξεχνά όσα χρόνια κι αν περάσουν, που συνεχίζει να νοσταλγεί γι’ αυτό και επιστρέφει στον τόπο της, αναζητά τις ρίζες της, πίνει νερό από το πηγάδι και τρώει μούρα από το δέντρο, για να ζωντανέψει στιγμές από το παρελθόν. Ας προσέξουμε την αλλαγή στη συμπεριφορά του συγγραφέα και της οικογένειάς του ∙ όταν καταλαβαίνουν ότι η γυναίκα είναι τουρκικής καταγωγής ξυπνούν μέσα τους οι φριχτές μνήμες από το δικό τους ξεριζωμό, από τη βίαιη εγκατάλειψη των δικών τους πατρογονικών εστιών, από τις αρπαγές, τις γενοκτονίες, τις σφαγές και το θάνατο. Όταν όμως σκέφτονται την κοινή μοίρα του ξεριζωμένου πρόσφυγα που είχαν μ’αυτή τη γυναίκα, το σπαραγμό, τον πόνο και τη νοσταλγία του πρόσφυγα - έστω κι αν βρίσκονταν σε θέσεις αντίθετες - η καρδιά τους ζεσταίνει από συμπάθεια και συμπάσχουν μαζί της.
Τέτοια λοιπόν σχόλια προσβάλλουν τη μνήμη του ίδιου του συγγραφέα, που σε καμιά περίπτωση δε συνθέτει ένα εγκώμιο του Κεμάλ. Αντίθετα στα κοινά μαρτύρια των λαών αφιερώνει το έργο του.
Παραθέτω το κέιμενο.
Γιώργου Ιωάννου
Στοῦ Κεμάλ τό Σπίτι
Δέν ξαναφάνηκε ἡ μαυροφορεμένη ἐκείνη γυναίκα, πού ἐρχόταν στό κατώφλι μας κάθε χρονιά, τήν ἐποχή πού γίνονται τά μοῦρα, ζητώντας μέ εὐγένεια νά τῆς δώσουμε λίγο νερό ἀπ’ τό πηγάδι τῆς αὐλῆς. Ἔμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηροῦσε ὅμως πάνω της ἴχνη μιᾶς μεγάλης ἀρχοντικῆς ὀμορφιᾶς. Καί μόνο ὁ τρόπος πού ἔπιανε τό ποτήρι, ἔφτανε γιά νά σχηματίσει κανείς τήν ἐντύπωση πώς ἡ γυναίκα αὐτή στά σίγουρα ἦταν μιά ἀρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω τό ποτήρι, ποτέ δέν παρέλειπε νά μᾶς πεῖ στά τούρκικα τήν καθιερωμένη εὐχή, πού μπορεῖ νά μήν καταλαβαίναμε ἀκριβώς τά λόγια της, πιάναμε ὅμως καλά τό νόημά της: «Ὁ Θεός νά σᾶς ἀνταποδώσει τό μεγάλο καλό». Ποιό μεγάλο καλό; Ἰδέα δέν εἴχαμε.
Καθόταν ἥσυχα γιά ὥρα πολλή στό κατώφλι τῆς αὐλῆς, κι ἀντί νά κοιτάζει κατά τό δρόμο ἤ τουλάχιστο κατά τό πλαϊνό
σπίτι τοῦ Κεμάλ1, αὐτή στραμμένη ἔριχνε κλεφτές ματιές πρός τό δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε ἔκλεινε τά μάτια καί τό πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ὀνόματα παράξενα. Ἐμεῖς, πάντως, δέν παραλείπαμε νά τῆς δίνουμε μοῦρα ἀπ’ τήν ντουτιά2, ὅπως ἄλλωστε δίναμε σ’ ὅλη τή γειτονιά καί σ’ ὅποιον περαστικό
μᾶς ζητοῦσε. Ἡ ξένη τά ἔτρωγε σιγανά, ἀλλά μέ ζωηρή εὐχαρίστηση. Δέ μᾶς φαινόταν παράξενο πού τῆς ἄρεζαν τά μοῦρα μας τόσο πολύ. Τό δέντρο μας δέν ἦταν ἀπό τίς συνηθισμένες μουριές, ἀπ’ αὐτές πού κάνουν ἐκεῖνα τά ἄνοστα νερουλιάρικα μοῦρα. Τό δικό μας ἔκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σά βύσσινα, καί πολύ κόκκινα στό χρώμα. Ἦταν δέντρο παλιό καί τεράστιο, τά κλαδιά του ξεπερνοῦσαν τό δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ἕνα κακό εἶχε• τά φύλλα του ἦταν σκληρά καί οἱ μεταξοσκώληκές μου δέν μπορούσαν νά τά φᾶνε. Ἦταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ’ ὅλο τό Ἰσλαχανέ3 κι ἀκόμα πιό πέρα.
Τήν πρώτη φορά πού εἶχε καθίσει ἡ ἄγνωστη γυναίκα στό κατώφλι μας, δέ σκεφτήκαμε νά τῆς προσφέρουμε μοῦρα, ὅμως σέ λίγο μᾶς ζήτησε ἡ ἴδια λέγοντας πώς ἤθελε νά φυτέψει τό σπόρο τους στόν μπαχτσέ4 της. Ἔφαγε μερικά καί τά ὑπόλοιπα τά ἔβαλε σ’ ἕνα χαρτί καί ἔφυγε καταχαρούμενη.
Τή δεύτερη φορά θά ἦταν κατά τό τριάντα ὀχτώ, δυό χρόνια, πάντως, μετά τήν πρώτη, δέν ἔβαλε μοῦρα στό χαρτί. Κάθισε καί τά ἔφαγε ἕνα ἕνα στό κατώφλι. Φαίνεται πώς ὁ σπόρος ἀπ’ τά προηγούμενα εἶχε ἀποδώσει, ἀλλά γιά νά δώσει καί μοῦρα ἔπρεπε, βέβαια, νά περάσουν χρόνια. Τό δέντρο αὐτό, ὅπως ὅλα τά δέντρα πού μεγαλώνουν σιγά, ζεῖ πολλά χρόνια καί ἀργεῖ νά καρπίσει.
Ἡ γυναίκα ξαναφάνηκε καί τόν ἑπόμενο χρόνο, λίγο πρίν ἀπ’ τόν πόλεμο. Ὅμως τή φορά αὐτή τῆς προσφέραμε νερό ἀπ’ τή βρύση. Ἀρνήθηκε νά πιεῖ τό νερό. Μόλις τό ἔφερε στό στόμα, μᾶς κοίταξε στά μάτια καί μᾶς ἔδωσε πίσω τό γεμάτο ποτήρι. Ἐπειδή τήν εἴδαμε πολύ ταραγμένη, θελήσαμε νά τῆς ἐξηγήσουμε. Ὁ σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας εἶχε διοχετεύσει τό βόθρο τοῦ σπιτιοῦ στό βαθύ πηγάδι. «Τώρα πού σᾶς ἔφερα τό νερό στίς κουζίνες σας, δέ σᾶς χρειάζεται τό πηγάδι», μᾶς εἶχε πεῖ. Ἡ γυναίκα βούρκωσε, δέ μᾶς ἔδωσε ὅμως καμιά ἐξήγηση γιά τήν τόση λύπη της. Γιά νά τήν παρηγορήσουμε τῆς δώσαμε περισσότερα μοῦρα κι ἡ γιαγιά μου τῆς εἶπε κάτι πού τήν ἔκανε νά τιναχτεῖ: «Θά σοῦ
τά ἔβαζα σ’ ἕνα κουτί, ἀλλά δέ βαστᾶνε γιά μακριά». Καί πράγματι εἴχαμε ἀρχίσει κάτι νά ὑποπτευόμαστε. Τήν ἄλλη φορά εἴδαμε, πώς μόλις ἔφυγε ἀπό μᾶς, πῆγε δίπλα στοῦ Κεμάλ τό σπίτι, ὅπου τήν περίμενε μιά ὁμάδα ἀπό τούρκους προσκυνητές, πού κοντοστέκονταν στό πεζοδρόμιο. Ἐμεῖς ὥς τότε θαρρούσαμε πώς εἶναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, ἀπ’ τίς πάμπολλες ἐκεῖνες, πού δέν ἤξεραν λέξη ἑλληνικά, μιά καί ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν εἶχε γίνει με βάση τή θρησκεία καί ὄχι τή γλώσσα. Ἡ ἀποκάλυψη αὐτή στήν ἀρχή μᾶς τάραξε. Δέ μᾶς ἔφτανε πού είχαμε δίπλα μας τοῦ Κεμάλ τό σπίτι, σά μιά διαρκῆ ὑπενθύμιση τῆς καταστροφῆς, θά εἴχαμε τώρα καί τούς τούρκους νά μπερδουκλώνονται πάλι στά πόδια μας; Καί τί ἀκριβῶς ἤθελε ἀπό μᾶς αὐτή ἡ γυναίκα; Πάνω σ’ αὐτό δέν ἀπαντήσαμε, κοιταχτήκαμε ὅμως βαθιά ὑποψιασμένοι. Καί τά ἑπόμενα λόγια μας ἔδειχναν πώς ἡ καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως ἀπό συμπάθεια κι ἐλπίδα. Εἴχαμε κι ἐμεῖς ἀφήσει σπίτια κι ἀμπελοχώραφα ἐκεῖ κάτω.
Ἡ τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τόν πόλεμο. Ἐμεῖς καθόμασταν πιά σέ ἄλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, ὅμως τήν εἴδαμε μιά μέρα νά κάθεται κατατσακισμένη στό κατώφλι τοῦ παλιοῦ σπιτιοῦ μας. Ὁ πρῶτος πού τήν εἶδε, ἦρθε μέσα καί φώναξε: «ἡ τουρκάλα!» Βγήκαμε στά παράθυρα καί τήν κοιτάζαμε μέ συγκίνηση. Παραλίγο νά τήν καλέσουμε ἀπάνω στό σπίτι τόσο μᾶς εἶχε μαλακώσει τήν καρδιά ἡ ἐπίμονη νοσταλγία της. Ὅμως αὐτή κοίταζε ἀκίνητη τήν κατάγυμνη αὐλή καί τό ἔρημο σπίτι. Μιά ἰταλιάνικη μπόμπα6 εἶχε σαρώσει τήν ντουτιά κι εἶχε ρημάξει τό καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς νά καταφέρει νά τό γκρεμίσει.

Δέν τήν ξανάδαμε ἀπό τότε. Ἦρθε – δέν ἦρθε, ἄγνωστο. Ἄλλωστε καί νά ’ρχότανε δέ θά ’βρισκε πιά τό κατώφλι μέ τό ἀφράτο μάρμαρο γιά νά ξαποστάσει. Τό σπίτι εἶχε ἀπό καιρό παραδοθεῖ σέ μιά συμμορία ἐργολάβων καί στή θέση του ὑψώθηκε μιά πολυκατοικία ἀπ’ τίς πιό φρικαλέες. Τώρα ἑτοιμάζονται νά τήν γκρεμίσουν οἱ γελοῖοι. Ποιός ξέρει τί μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι τό πονηρό μυαλό τους.
Ἄν γίνει αὐτό, θά παραφυλάγω νύχτα μέρα, ἰδίως ὅταν τό σκάψιμο θά ἔχει φτάσει στά θεμέλια, κι ἴσως μπορέσω νά ἐμποδίσω ἤ τουλάχιστο νά καθυστερήσω τό χτίσιμο τοῦ νέου ἐξαμβλώματος7. Τήν προηγούμενη φορά εἶχε βρεθεῖ ἐκεῖ στά βάθη ἕνα θαυμάσιο ψηφιδωτό, πού ἄρχιζε ἀπ’ τό οἰκόπεδο τοῦ δικοῦ μας σπιτιοῦ καί συνεχιζόταν πρός τό σπίτι τοῦ Κεμάλ. Τό ψηφιδωτό αὐτό οἱ δασκαλεμένοι ἐργάτες τό σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα γιά νά μήν τούς σταματήσουν οἱ ἁρμόδιοι. Πάντως, τίς ὧρες πού τό ἔβλεπε τό φῶς τοῦ ἥλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια ἀπ’ τήν ἔκθαμβη γειτονιά. Ὅλοι μιλούσανε γιά τήν ὀμορφιά καί τήν παλιά δόξα, μά ἀνάμεσα στά δυνατά λόγια καί τίς φωνές, ἄκουσα μιά γριά νά σιγολέει: «Στό σπίτι αὐτό καθόταν ἕνας μπέης, πού εἶχε μιά κόρη σάν τά κρύα τά νερά. Κυλιόταν κάτω, ὅταν φεύγανε, φιλοῦσε τό κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δέν ματαεῖδα».

1. τό πλαϊνό σπίτι τοῦ Κεμάλ• πρόκειται για το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, όπου σήμερα στεγάζεται το τουρκικό προξενείο.
2.ντουτιά•ησυκομουριά
3. Ἰσλαχανέ• περιοχή της Θεσσαλονίκης (τουρκ. σωφρονιστήριο)
4.μπαχτσέ•περιβολάκι
6. Μιά ἰταλιάνικη μπόμπα• αναφέρεται στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο (1940-1941)

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Η δίκη των Εξ και η αναψηλάφησή της

H Ελληνική ........δίκη της Νυρεμβέργης και η αναψηλάφησή της

Πώς φτάσαμε στη δίκη των έξι και τι ακολούθησε της μεγαλύτερης εθνικής μας καταστροφής;

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 εκρήγνυται η επανάσταση που προετοιμαζόταν μήνες πριν, με εστίες τη Μυτιλήνη και τη Χίο και αρχηγούς το Στυλιανό Γονατά και το Νικόλαο Πλαστήρα που συγκεντρώνουν γύρω τους όσους είναι αποφασισμένοι να την φέρουν εις πέρας. Οι δυνάμεις του Γονατά που είχαν ξεκινήσει από τη Μυτιλήνη όσο κι εκείνες του Πλαστήρα από τη Χίο συγκλίνουν καταμεσής στο πέλαγος και η επαναστατημένη αρμάδα ενωμένη κινείται με κατεύθυνση τον Πειραιά για να αποβιβάσει τους 12.000 στρατιώτες που είχε μαζί της. Την επομένη ο Γονατάς που έχει προλάβει να συντάξει μια σύντομη επαναστατική προκήρυξη συναντιέται με τον Πλαστήρα πάνω στο «Λήμνος», όπου καταρτίζουν μια δωδεκαμελή επιτροπή και μια εκτελεστική την οποία εκτός από το όνομα του Γονατά, που ήταν αντιβενιζελικός και αυτό του Πλαστήρα, συμπληρώνει κι εκείνο του Δ. Φωκά, που θεωρούνταν ουδέτερος. Δυο μέρες μετά ο βασιλιάς Κωσταντίνος συναντιέται με τον πρωθυπουργό Τριανταφυλλάκο και αποφασίζουν να στείλουν τον Παπούλα, γενικό διοικητή Θράκης στο Λαύριο με σκοπό να εκμαιεύσει τις προθέσεις της Επαναστατικής Επιτροπής, κυρίως για το κατά πόσο είχαν την πρόθεση να αποδεχτούν κυβέρνηση υπό τον Ιωάννη Μεταξά. Ο Παπούλας αναφέρει στο βασιλιά ότι οι επαναστάτες, όχι μόνο απέρριψαν κάθε ιδέα για κυβέρνηση Μεταξά, αλλά επέμεναν και στην παραίτηση του ιδίου χάριν της πατρίδος. Μετά από έκτακτο υπουργικό συμβούλιο ο Παπούλας έρχεται και πάλι στο Λαύριο, για να ανακοινώσει στους επαναστάτες ότι η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου τελεί ήδη υπό παραίτηση, ενώ εκείνοι παραδίδοντάς του επιστολή υπογεγραμμένη από την Επαναστατική Επιτροπή του ζητούν ξεκάθαρα την παραίτηση του Κωνσταντίνου, γεγονός που συμβαίνει την ίδια ημέρα, στις 14 Σεπτεμβρίου, οπότε και αναλαμβάνει τα καθήκοντα του θρόνου ο διάδοχος Γεώργιος.
Με το ξέσπασμα της επανάστασης οργανώνονται από τους πιο φανατικούς και τα πρώτα σχέδια άμεσης σύλληψης και εκτέλεσης των ηγετών της αντιβενιζελικής παράταξης. Από αυτούς φαίνεται να παρασύρεται και ο Πλαστήρας που ζητά τη με συνοπτικές διαδικασίες εκτέλεσή τους. Το πρωί της 15ης Σεπτεμβρίου γίνονται γνωστές οι προφυλακίσεις των Γούναρη, Στράτου, Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκη, Γούδα και Στάη, ενώ λίγο αργότερα, στις 11 Οκτωβρίου συλλαμβάνεται ο Μπαλτατζής και ο Χαράλαμπος Βοζίκης, γενικός διευθυντής Θράκης επί κυβερνήσεως Γούναρη. Η επανάσταση επέρριπτε την ευθύνη για την καταστροφή στους «εθνοπροδότες» της Λαϊκής παράταξης συγκαλύπτοντας όπως γράφει ο Γιάννης Ανδρικόπουλος τη χρεωκοπία μιας πολιτικής για την οποία έφεραν ευθύνη. Το ίδιο απόγευμα (15 Σεπτεμβρίου) ο άγγλος πρεσβευτής Λίντλεϊ καλεί στο γραφείο του τους συνταγματάρχες Γονατά και Πλαστήρα, για να πληροφορηθεί τις διαθέσεις τους, καθώς οι φήμες, που κυκλοφορούσαν για τους συλληφθέντες, μιλούσαν για άμεση εκτέλεσή τους. Οι εντυπώσεις που αποκομίζει δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Ανάλογο είναι το κλίμα και στη διαδήλωση που λαμβάνει χώρα μπροστά από το χώρο της σημερινής Βουλής, στις 9 Οκτωβρίου, όπου οι χιλιάδες συγκεντρωμένοι πρόσφυγες που πλημμυρίζουν την πλατεία Συντάγματος σε μια εκδήλωση με ομιλητές τους Γονατά και Πλαστήρα κραυγάζουν «Θάνατος! Θάνατος!»
Στις 31 Οκτωβρίου 1922 στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής αρχίζει η δίκη που κατέληξε στην εκτέλεση των έξι που θεωρήθηκαν βασικοί υπαίτιοι της Μικρασιατικής καταστροφής. Οι κατηγορούμενοι που αποτελούσαν το κυριότερο μέρος της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της Ελλάδας ήταν οι Γούναρης Δημήτριος, πρώην πρωθυπουργός, Στράτος Νικόλαος, πρώην πρωθυπουργός, Πρωτοπαπαδάκης Πέτρος, πρώην πρωθυπουργός, Μπαλτατζής Γεώργιος, υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη – Πρωτοπαπαδάκη, Θεοτόκης Νικόλαος, υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη, Γούδας Μιχαήλ, υποναύαρχος ε.α – υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη και Στρατηγός Ξενοφών, υποστράτηγος ε.α – υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη. Το κατηγορητήριο ανέφερε τα εξής: Από κοινού συμφέροντος κινούμενοι συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνεπεχρεώθησαν προς αλλήλους προς ταύτην, ήτοι, διά της διά ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμόν του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως στρατού εκ του Μικρασιατικού μετώπου επί σκοπώ εξασθενήσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων, ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφοδίων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού ανηκόντων εις την επικράτειαν. Μαζί με τους παραπάνω θα δικαζόταν και ο τέως αρχηγός της Στρατιάς Μικράς Ασίας Γεώργιος Χατζηανέστης με την κατηγορία ότι: από 13 μέχρι 23 Αυγούστου 1922, εκουσίως και εκ προθέσεως, παρέδωκεν εις τον εχθρόν μεγάλα τμήματα στρατού κα παρημπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού. Όλοι οι προηγούμενοι εκ προθέσως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ’απάτης, πειθούς και φορτικότητος...
Οι πρωταγωνιστές της δίκης έκπληκτοι και φοβισμένοι. Άραγε με την ψήφο του ελληνικού λαού δεν εκλέχτηκαν; Με δημοψήφισμα δε φέρανε το βασιλιά από την εξορία; Τη συνθήκη των Σεβρών δεν υπερασπίστηκαν μέχρι τέλους διαπραγματευόμενοι με τους Συμμάχους και, τον πόλεμο, που είχε ξεκινήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος για τη Μεγάλη Ιδέα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, δε συνέχισαν διευρύνοντας μάλιστα αυτό το όραμα και φτάνοντας μέχρι την κόκκινη μηλιά; Μήπως δεν αγωνίστηκαν για τα συμφέροντα των Συμμάχων; Γιατί έφταιγαν αυτοί, αν τα συμφέροντα των Συμμάχων άλλαξαν; Γιατί να κατηγορούνται αυτοί ως προδότες; Πολλά τα ερωτήματα, μα ακόμα περισσότερα τα στοιχεία, που, όπως φαίνεται, εθνικοί λόγοι επέβαλαν να αποκρύψουν, ώστε να μην εκτεθεί ο βρετανικός παράγοντας για το ρόλο που έπαιξε καθ’όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησής τους. Η ελπίδα μιας επέμβασης από μέρους των Εγγλέζων δεν τελεσφορεί. Ο βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα Λίντλεϊ προσπαθώντας να σώσει τους έξι από το εκτελεστικό απόσπασμα ακόμα και την τελευταία στιγμή, επισκέπτεται ο ίδιος τον Πλαστήρα εφιστώντας του την προσοχή για τις δυσάρεστες συνέπειες που θα προκύψουν από την εκτέλεση της θανατικής ποινής. Η απάντηση του Πλαστήρα, όταν ο πρεσβευτής αρνείται να ικανοποιήσει το αίτημά του για στήριξη της Αγγλίας στην παραμονή της Ελλάδας στη Θράκη, είναι πως οι κατάδικοι είναι θύματα της Αγγλίας.
Ένα από τα χαρακτηριστικά της δίκης είναι ότι σε βάρος των κατηγορουμένων έχουν κληθεί να καταθέσουν και πολλοί αντιβενιζελικοί μάρτυρες με ιδιαίτερα επιβαρυντικές μάλιστα καταθέσεις, που οι περισσότεροι από αυτούς θα αναθεωρήσουν, όταν, όμως, θα είναι πολύ αργά. Περισσότερο μετριοπαθείς παρουσιάζονται οι Γ.Δ. Ράλλης, Φωκίων Νέγρης, Κ. Ζαβιτσιάνος και Κ. Δεμερτζής οι οποίοι αποκλείουν και διαχωρίζουν τις όποιες ευθύνες των κατηγορουμένων από το δόλο, που και οι ίδιοι οι μάρτυρες προσπαθούν να αποσείσουν με κορυφαίο απολογητή το Δημήτριο Γούναρη που υπογραμμίζει στην απολογία του ότι εάν ηθέλομεν την εγκατάλειψιν του Μικρασιατικού εδάφους ηδυνάμεθα να διατάξωμεν την εκκένωσιν της Μ. Ασίας αφ’ης ανελάβομεν την αρχήν και κατόπιν επί ολόκληρον διετίαν, και πράξωμεν τούτο ως απόφασιν πολιτικήν στηριζομένην επί της αδυναμίας της Ελλάδος να διεξαγάγη αποτελεσματικώς την Μικρασιατικήν επιχείρησιν.
Τί συμβαίνει όμως έξω από την αίθουσα της Βουλής; Η προσφυγιά που εξακολουθεί να έρχεται στην Ελλάδα καταδιωγμένη κουρνιάζει όπου βρει∙ στην Αθήνα, στον Πειραιά, στην ύπαιθρο. Απελπισμένη και απεγνωσμένη βαδίζει προς το πουθενά καθώς οι δουλειές είναι λίγες και τα μεροκάματα ανίκανα να αντιμετωπίσουν το κρύο, την πείνα και τις αρρώστιες αυτού του πρώτου χειμώνα. Ανάθεμα αν ήξεραν όλοι αυτοί τα πώς και τα γιατί, αν έμαθαν ποτέ τα τεχνάσματα των συμμάχων ή για τη μεγάλη ιδέα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Το κράτος και οι αρμόδιες υπηρεσίες αποδεικνύονται απροετοίμαστες να επιληφθούν των πολλαπλών προβλημάτων υγείας που προκαλεί ο τύφος, η μηνιγγίτιδα, η ευλογιά, η δυσεντερία και η χολέρα.
Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β΄ - τι ειρωνεία πράγματι, όπως γράφει και ο Στάθης Πρωταίος, οι στυλοβάτες του θρόνου να καταδικάζονται και να εκτελούνται εν ονόματι του Βασιλιά, τον οποίο στήριξαν θυσιάζοντας τα εθνικά συμφέροντα και, ενώ μάλιστα αρνούμενος να υπογράψει το σχετικό διάταγμα ο γιος του Γεώργιος, που προσωρινά βρισκόταν στο θρόνο, θα μπορούσε να ματαιώσει την εκτέλεση με κίνδυνο βέβαια να εκδιωχθεί και να εγκατασταθεί αβασίλευτη δημοκρατία - η απόφαση της καταδίκης σε θάνατο των κατηγορουμένων, όπως κι εκείνη της σε ισόβια δεσμά των Γούδα Μιχαήλ και Στρατηγού Ξενοφών μετά από διαδικασίες 14 ημερών, ανακοινώνεται στις 15 Νοεμβρίου. Τα Χρονικά της ίδιας μέρας γράφουν : Η Ελλάς διέρχεται στιγμάς κρισίμους. Υπέστη συμφοράς μεγάλας. Ολιγώτερον όμως φοβερόν θα είναι το μέλλον εάν ο Λαός αντιληφθή που έγκειται η σωτηρία, εάν αναβλέψη, εάν αποφασίση να απαλλαγή του Παλαιοκομματισμού, τόσον του Βενιζελικού, όσον και του Αντιβενιζελικού. Η απολύτρωσις αύτη θα φέρη την αναγέννησιν, θ’ απαλλάξη το Έθνος μιας πληγής η οποία ηλάττωνε την ζωτικότητά του και εδημιούργει κίνδυνον δια την ύπαρξίν του. Ευελπιστούμεν. Πολλά υπέφερεν ο Λαός από τας δύο μερίδας αίτινες εκυβέρνησαν την χώραν. Τας εγνώρισε και εδιδάχθη πολλά. Οι δρόμοι τους οποίους ηκολούθησεν έως τώρα, εξαπατηθείς, τον έφεραν εις το χείλος της αβύσσου. Δεν θα θελήση να τας ακολουθήση εις το μέλλον.
Την επομένη της εκτέλεσης στις 16 Νοεμβρίου, η εφημερίδα Πατρίς που πρόσκειται στη φιλελεύθερη πλευρά αναφέρει για την καταδικαστική απόφαση και τη δίκη των έξι: οι ένοχοι της εθνικής συντριβής κατεδικάσθησαν και ετυφεκίσθησαν χθες....... ο θάνατος υπήρξε και δι’αυτούς ακόμη τους ιδίους ένας εξιλασμός. Το Έθνος σήμερον και η ιστορία αύριον, αν δεν θελήσουν να τους παραδώσουν εις την λήθην, θα τους κρίνουν πάντως επιεικέστερον επί τη βάσει του αιματηρού αυτού τίτλου. Στη Λωζάνη ο ανταποκριτής της Ματέν ζητάει τη γνώμη του Βενιζέλου για την εκτέλεση των έξι. Στις δηλώσεις του ο πρώην Έλληνας πρωθυπουργός φέρεται να είπε: Η δίκη των Αθηνών δεν είχε την εμφάνισιν της παρανομίας την οποία θέλετε να της αποδώσετε. Η επ’ακροατηρίω συζήτησις εξελίχθη κανονικώς, η συζήτησις δε αύτη ήτο επιβαρυντικώτατη διά τον Γούναρην και τους άλλους κατηγορουμένους. Στην επισήμανση του ανταποκριτή πως σύμφωνα με την κοινή γνώμη οι κατηγορίες δεν ήταν επαρκείς για μια καταδίκη σε θάνατο αφού σε όλες τις χώρες και σε όλες τις εποχές οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν πολιτικούς σκοπούς, ο Βενιζέλος απαντά ως εξής: Δεν είναι ακριβές ότι η απόφασις, ως θέλετε να την παραστήσετε, ήτο μία πολιτική εκδίκησις, αλλά μία τιμωρία ήτις επεβλήθη εις τους κυβερνήσαντας την Ελλάδα, τους προκαλέσαντας την ήτταν δια να σώσουν την καμαρίλαν.
Ογδόντα οκτώ χρόνια μετά μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι η δίκη των έξι ήταν μια δίκη παρωδία, αποτέλεσμα του φανατισμού ανάμεσα στις δύο μεγάλες παρατάξεις που είχαν επιβάλει το διχασμό, την κυριαρχία των πολιτικών παθών και τον κανιβαλισμό. Μια δίκη στην οποία οι ηγέτες της μιας πολιτικής παράταξης κλήθηκαν να πληρώσουν για λάθη που είχε κάνει και η άλλη. Έίναι εξάλλου άξια απορίας η πίστη του Ελευθερίου Βενιζέλου πως θα μπορούσε να δημιουργήσει την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών ανασυγκροτώντας μια νέα βυζαντινή αυτοκρατορία χωρίς προηγουμένως να έχει επιτύχει την ενότητα και την ομοψυχία του ελληνικού λαού.
Το ερώτημα για το αν οι έξι εκτελεσθέντες ήταν ένοχοι προδοσίας έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα με αφορμή την αίτηση για αναψηλάφηση της Δίκης των Εξ από τον Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη, εγγονό του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, που προσφεύγοντας στον Άρειο Πάγο ζητά την αποκατάσταση του ονόματός του και την ακύρωση της απόφασης του στρατοδικείου. Στο σύνολό τους τα προσφυγικά σωματεία και οι σύλλογοι εκφράζουν τη διαμαρτυρία τους για την αναψηλάφηση της δίκης των έξι επισημαίνοντας το άστοχο της διαδικασίας, καθώς πρόκειται για δίκη με πολιτικό και όχι ποινικό χαρακτήρα. Η προσπάθεια για αναψηλάφηση της δίκης των έξι, υποστηρίζει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδας κος Θανάσης Λαγουδήμος, έχει μια νομική και μια ιστορική διάσταση. Η διαδικασία αναψηλάφησης δεν εμποδίζεται ακόμα και μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, αν οι κληρονόμοι του καταδικασθέντος, που επιδιώκουν την αποκατάσταση της μνήμης του, προσκομίσουν νέα στοιχεία, κάτι για το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δε γίνεται λόγος. Χωρίς νέα αποδεικτικά στοιχεία, όμως, δε θα μπορούσε να διαλευκανθεί ο βαθμός αμέλειας ή η δυνατότητα πρόβλεψης των αποτελεσμάτων συγκεκριμένων στρατιωτικών ενεργειών, οι δε σύγχρονοι ιστορικοί, δημοσιογράφοι ή στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες, αγέννητοι κατά τη στιγμή των κρινομένων γεγονότων, είναι εξ ορισμού αναρμόδιοι να καταθέσουν τη δευτερογενή επιστημονική γνώση τους ως υποκατάστατα ζώντων μαρτύρων. Κλείνοντας, επισημαίνει πως ως απόγονοι των θυμάτων της Γενοκτονίας που συνέβη στη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη θεωρούμε ιταμή και απαράδεκτη πρόκληση στη μνήμη των χιλιάδων νεκρών την επιχειρούμενη, μέσω δίκης, αθώωση των υπευθύνων της μεγαλύτερης καταστροφής, που υπέστη ποτέ το ελληνικό έθνος και καλεί την ολομέλεια του Αρείου Πάγου να απορρίψει κάθε εισήγηση για αναψηλάφηση της Δίκης υπογραμμίζοντας πως καθε παρόμοια διαδικασία βρίσκει αντίθετα τα προσφυγικά σωματεία, που δηλώνουν αποφασισμένα να προστατεύσουν τη μνήμη των προγόνων τους.
Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αναμένεται να ανακοινωθεί σε λίγες εβδομάδες. Θα είναι ωστόσο αυτή που θα σταθεί αντικειμενικά και αμερόληπτα απέναντι στην αλήθεια και την ιστορία και θα μας πει επιτέλους, χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες, ποιος ευθύνεται για τον ξεριζωμό του ελληνισμού μετά από 2.800 χρόνια, για τις 2.400 εγκαταλελειμμένες ελληνικές πόλεις και χωριά, για τους 1.250.000 νεκρούς, για τους ατέλειωτους πρόσφυγες και για τις 302.000.000 χρυσές λίρες που χάθηκαν; Έχει άραγε η ελληνική πολιτεία το θάρρος να αντικρίσει και να κατονομάσει στο σύνολό τους τους έξωθεν και έσωθεν αληθινά υπευθύνους της μικρασιατικής καταστροφής και να αποδώσει τα του καίσαρος τω καίσαρι ή θα εξακολουθήσει να πλάθει θρύλους για εθνάρχες και μεσσίες αποσείοντας τις ευθύνες ακόμα και από αυτούς στους οποίους αποδόθηκαν, αρνούμενη παράλληλα να σταθεί δυναμικά στο πλευρό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ομογένειας, διεκδικώντας περιουσίες και δικαιώματα που καταπατώνται, και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, από το τουρκικό δημόσιο; Ίδωμεν!
Βιβλιογραφία
Δακρυσμένη Μικρασία, Τζανακάρης Βασίλης, Μεταίχμιο

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ - Εκδηλώσεις



Ματαιώνεται ο Αποκριάτικος Χορός λόγω πένθους







Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου  Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ συμπαραστεκόμενο στο βαρύτατο πένθος της οικογένειας – μέλους του, κυρίου Παρασκευά Μαυρίδη, μετά τον άδικο και πρόωρο χαμό του εγγονού τους αποφάσισε:

  1.  σεβόμενο την επιθυμία της οικογένειας να προσφέρει αντί   στεφάνου ένα χρηματικό  ποσό στο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα, ώστε να ενισχυθεί το επισιτιστικό έργο του Πνευματικού Κέντρου προς οικογένειες που αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης
  2. να ματαιώσει τον προγραμματισμένο για τις 17 Φεβρουαρίου αποκριάτικο χορό
  3. να κοινοποιήσει το παραπάνω ψήφισμα στα μέλη του.

Θεωρώντας ότι η συμπάθεια και η συμπόνια πρέπει να κυριαρχεί μεταξύ των  μελών ενός συλλόγου μετά από ένα τραγικό γεγονός, όπως είναι η απώλεια ενός νέου ανθρώπου, είμαστε βέβαιοι ότι η παραπάνω απόφαση βρίσκει σύμφωνα όλα τα μέλη  μας.

Το Δ.Σ



             Το Δ.Σ   
 του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου
Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ
σας προσκαλεί σ’ένα αποκριάτικο γλέντι στις 17.2.2012,
 ημέρα Παρασκευή και ώρα 9:00 μ.μ
στο εξοχικό κέντρο «Συρτάκι» (Βαλλή).

Μαζί μας θα είναι το μουσικό συγκρότημα   «Επτάλοφος» με παραδοσιακή μουσική της Πόλης, της Μικράς Ασίας και του Αιγαίου.



Τιμή Πρόσκλησης 20€
Για πληροφορίες και κρατήσεις θέσεων μπορείτε να επικοινωνείτε στο τηλέφωνο 22920 23114 μέχρι 14 Φεβρουαρίου 2012




Κοπή Πρωτοχρονιάτικης Πίτας
από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Λαυρίου
Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ







Την Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012 ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ έκοψε την πρωτοχρονιάτικη πίτα του στο χώρο του Παλαιού Μηχανουργείου της πόλης παρουσία των μελών του και πλήθους κόσμου.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με χαιρετισμό του προέδρου κυρίου Μίμη Δεληγιάννη, ο οποίος, αφού ευχήθηκε σε όλους Καλή Χρονιά, παρουσίασε το νέο εκλεγμένο Δ.Σ  επισημαίνοντας, παράλληλα, με το πολιτιστικό και το κοινωνικό  έργο του συλλόγου.
Σύντομο χαιρετισμό απηύθυναν ο Δήμαρχος Λαυρεωτικής, κύριος Κων/νος Λεβαντής, όπως, επίσης, και ο Πρόεδρος του Νομικού Προσώπου «Θορικός», κύριος Εμμανουήλ Μπίστας.
Στη συνέχεια, ο πρόεδρος, κύριος Μίμης Δεληγιάννης κάλεσε τον Πανοσιολογιότατο πατέρα Κωνσταντίνο Συρίγο να κόψει την πίτα ο οποίος την ευλόγησε  ψάλλοντας με τα παιδιά της Νεανικής Μαθητικής Χορωδίας του Πνευματικού Κέντρου του Ιερού Ναού Αγίου Αποστόλου Ανδρέα. Τυχερή της χρονιάς αναδείχτηκε με κλήρωση μεταξύ των παρόντων μελών  η κυρία Μπράχου Μαρία που κέρδισε ένα κωνσταντινάτο φλουρί.
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο Πανοσιολογιότατος Αρχιμανδρίτης πατήρ Κωνσταντίνος Συρίγος, ο Δήμαρχος Λαυρεωτικής, κύριος Κων/νος Λεβαντής, ο Πρόεδρος του Νομικού Προσώπου «Θορικός», κύριος Εμμανουήλ Μπίστας, ο Αντιδήμαρχος Λαυρεωτικής, κύριος Κυριάκος Κατσουνάκης, ο Δημοτικός Σύμβουλος, κύριος Γιώργος Πολύζος,  ο Αντιπρόεδρος του Τοπικού Δημοτικού Συμβουλίου, κύριος Αλέξανδρος Ματιάς, η Γραμματέας του Συνδέσμου Μικρασιατών-Κωνσταντινουπολιτών Χαλανδρίου «Ρίζες», κυρία Μαρία Γεωργούλια, ο Γραμματέας της Ένωσης Μικρασιατών Θήβας και Διαχειριστής του Δικτύου Ενημέρωσης Μικρασιατών, κύριος Δημήτρης Παντέλας, η Πρόεδρος της Ένωσης Θηραίων Αττικής, κυρία Ευαγγελία Ξαγοράρη, ο Πρόεδρος του Εξωραϊστικού Συλλόγου Μαρκατίου, κύριος Αθανάσιος Σταυρίδης, ο Πρόεδρος του Πανθεσσαλικού Συλλόγου, κύριος Παύλος Γιαννάκος, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Κρητών, κύριος Γιώργος Ζωπιάκης, ο Γραμματέας του Συλλόγου Ποντίων, κύριος Δημήτρης Σιαμίδης, ο κύριος Δημήτρης Τσίτουρας από το Σύλλογο Πελοποννησίων, ο κύριος Νικόλαος Κούτας από το Σύλλογο Ηπειρωτών, ο Πρόεδρος του Σωματείου Συνταξιούχων Ι.Κ.Α Λαυρίου, κύριος Κων/νος Κιρκίνης, ο κύριος Ηρακλής Κατσάρος από τον Κυνηγετικό Σύλλογο και ο κύριος Γιώργος Ρούσσος από τον Εκδρομικό Όμιλο.
Το Δ.Σ ευχαριστεί από καρδιάς  τις κυρίες - μέλη του συλλόγου που εντυπωσίασαν όλους τους καλεσμένους με τα υπέροχα γλυκά και εδέσματα που είχαν ετοιμάσει,  όσους παρευρέθησαν και μας τίμησαν με την παρουσία τους και εύχεται σε όλους Καλή Χρονιά με Υγεία και Αγάπη.  







 Το Δ.Σ του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου
Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ
σας εύχεται Καλές Γιορτές
και
 σας προσκαλεί στην κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του
που θα πραγματοποιηθεί στο χώρο του Παλαιού Μηχανουργείου την Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012 και ώρα 6:30 μ.μ.



Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ πραγματοποίησε για τρίτη συνεχή χρονιά από την ίδρυσή του εκδηλώσεις μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας  από το Τουρκικό Κράτος. Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν στις 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα εθνικής μνήμης σύμφωνα με το Ν. 2645/98 και ολοκληρώθηκαν στις 18 Σεπτεμβρίου. Στις 14 Σεπτεμβρίου  στον Ιερό Ναό Του Αγίου Ανδρέα, μετά τη θεία Λειτουργία, τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση υπέρ αναπαύσεως των ψυχών όσων μαρτύρησαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ ακολούθησε ομιλία για τη Γενοκτονία των Ελλήνων της καθ’ ημάς Ανατολής από τη Γενική Γραμματέα του συλλόγου Τριανταφυλλιά Μήτρου. Οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν στις 17 Σεπτεμβρίου στο χώρο του Παλαιού Μηχανουργείου, όπου, μετά από το χαιρετισμό του Προέδρου Παναγιώτη Μούτση, ακολούθησε ομιλία από το Γενικό Γραμματέα της Ενώσεως Σμυρναίων, κύριο Νίκο Βικέτο με θέμα: «Τρεις μαρτυρίες για το μαρτύριο του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης».  Την ίδια ημέρα η Νεανική Μαθητική Χορωδία του Πνευματικού Κέντρου του Ιερού Ναού Αγίου Αποστόλου Ανδρέα Λαυρίου αποτελούμενη από τους Βαττή Χρήστο, Γερασιμίδη Κων/νο, Δουκέρη Χρήστο και Λάρδη Κων/νο έψαλε ύμνους αφιερωμένους στον Άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης.
Οι εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν  στις 18 Σεπτεμβρίου στον ίδιο χώρο με την προβολή   του ιστορικού ντοκιμαντέρ «Γράμματα χωρίς Παραλήπτη», ενώ η  Μουσική Σχολή της Άννας Τεμπερεκίδη με τους Σαλβατόρε Μπέτση, Άννα Τεμπερεκίδη,  Γιώργο Γκουλιώνη, Δημήτρη Πρέκα, Στέργιο Πουλιέζο,  Σπυριδούλα Παπαθεοδώρου, Δήμητρα Ζησιμοπούλου και Εύα Ράπτη πλαισίωσε μουσικά τη βραδιά.
Τις εκδηλώσεις μνήμης τίμησαν με την παρουσία τους ο Πρόεδρος του Συλλόγου Μακεδόνων, κύριος Τζώγας Γεώργιος, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Θεσσαλών, κύριος Γιαννακός Παύλος, η Πρόεδρος της Ένωσης Θηραίων, κυρία Ευαγγελία Ξαγοράρη, ο Πρόεδρος του Σωματείου Συνταξιούχων ΙΚΑ Λαυρίου, κύριος Κιρκίνης, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Εθελοντισμού «Δίανθος», κύριος Νίκος Βαφειάδης, ο Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου Εθελοντισμού «Δίανθος», κύριος Κορακιανίτης, η Πρόεδρος του Συλλόγου Θεσσαλών Μεσογείων, κυρία Ματίνα Πανταζή, η Έφορος του Συλλόγου Ποντίων, κυρία Ειρήνη Παπαδοπούλου, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Κρητών, κύριος Γιώργος Ζωπιάκης, η Πρόεδρος του Συλλόγου Πελοποννησίων, κυρία Βουτσινά, η κυρία Κουμπλή Μαρία από το Εργατικό Κέντρο Λαυρίου, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλίας και Αλληλεγγύης των Λαών, κύριος Σωτήρης Σκουλικαρίτης και  ο Πρόεδρος του Συλλόγου Μικρασιατών Νέας Ερυθραίας,  κύριος Μαρτάκης Κυριάκος.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου ευχαριστεί από καρδιάς όλους όσους βοήθησαν στην πραγματοποίηση του τριημέρου εκδηλώσεων μνήμης, όπως, επίσης, και όλους εκείνους που τίμησαν με την παρουσία τους τη μνήμη των θυμάτων της μικρασιατικής καταστροφής και  των μικρασιατών προσφύγων.




 
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου «Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ» σας προσκαλεί  στις εκδηλώσεις μνήμης που θα πραγματοποιηθούν  στις 14, 17 & 18 Σεπτεμβρίου 2011.


Πρόγραμμα
14 Σεπτεμβρίου  2011, ημέρα Τετάρτη: Στον Ιερό Ναό Του Αγίου Ανδρέα, μετά τη θεία Λειτουργία, θα τελεστεί επιμνημόσυνη δέηση υπέρ αναπαύσεως των ψυχών όσων μαρτύρησαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Θα ακολουθήσει ομιλία για τη Γενοκτονία των Ελλήνων της καθ’ ημάς Ανατολής και στη συνέχεια κέρασμα στο Πνευματικό Κέντρο του Αγίου Ανδρέα.

17 Σεπτεμβρίου 2011, ημέρα Σάββατο και ώρα 7:30μ.μ: Στο χώρο του Παλαιού Μηχανουργείου θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση αφιερωμένη στον Άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης με θέμα: «Τρεις μαρτυρίες για το μαρτύριο του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης»
Ομιλητής: Νίκος Βικέτος, Γενικός Γραμματέας Ενώσεως Σμυρναίων

Την ίδια μέρα η Νεανική Μαθητική Χορωδία του Πνευματικού Κέντρου του Ιερού Ναού Αγίου Αποστόλου Ανδρέα Λαυρίου θα ψάλλει ύμνους αφιερωμένους στον Άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης.

18 Σεπτεμβρίου 2011, ημέρα Κυριακή και ώρα 7:30μ.μ: Στο χώρο του Παλαιού Μηχανουργείου θα προβληθεί το ιστορικό ντοκιμαντέρ «Γράμματα χωρίς Παραλήπτη» βασισμένο στο  βιβλίο «Χρονικό των Δέκα Ημερών» της Αγάπης Μολυβιάτη Βενέζη.

Την εκδήλωση θα πλαισιώσει αφιλοκερδώς η Μουσική Σχολή της Άννας Τεμπερεκίδη.

Πιάνο: Σαλβατόρε Μπέτση
Κιθάρα: Άννα Τεμπερεκίδη
             Γιώργος Γκουλιώνης
Μπουζούκι: Δημήτρης Πρέκας
Ακορντεόν: Στέργιος Πουλιέζος
Φωνή: Σπυριδούλα Παπαθεοδώρου
          Δήμητρα Ζησιμοπούλου

Θα ακουστούν τα τραγούδια:
- Το μινόρε της Αυγής
- Στο ‘πα και στο ξαναλέω
- Σ’αγαπώ γιατί είσαι ωραία
- Έχε γεια Παναγιά
- Δε σε θέλω πια
- Είμαι ερωτευμένος με τα μάτια σου




Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου «Η Μικρασία» και δεκάδες πολίτες, βρέθηκαν τη Παρασκευή 24/06/11 το βράδυ στη δεξαμενή του Αγίου Ανδρέα, για να
αναβιώσουν το παραδοσιακό έθιμο του Κλήδωνα και τις φωτιές του Άι Γιάννη.
Το πρόγραμμα περιλάμβανε παραδοσιακούς χορούς, από τον Χορευτικό Ομιλο Αναβύσσου, σπιτικά φαγητά και γλυκίσματα, άφθονο κρασί και βέβαια πονηρά ποιηματάκια, κάψιμο των μαγιάτικων στεφανιών και μικρά παιδιά που πηδούσαν γελώντας πάνω απο τη φωτιά.










O Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ
σας προσκαλεί στις 24 Ιουνίου, ημέρα Παρασκευή και ώρα 20:30 να αναβιώσουμε μαζί το παραδοσιακό έθιμο του Κλήδονα και  τις φωτιές του Αϊ Γιάννη στη δεξαμενή του Αγίου Ανδρέα στο συνοικισμό.
·        Ελάτε να γευθείτε τα παραδοσιακά αλίπαστα των Κουταλιανών και να διασκεδάσετε με μικρασιάτικη μουσική και χορούς! Κοντά μας θα έχουμε το Χορευτικό Όμιλο Αναβύσσου!
·        Παραμονή του Αϊ Γιάννη θα περάσουμε από τα σπίτια του συνοικισμού, για να μαζέψουμε τα ριζικάρια!
·        Μην ξεχάσετε να φέρετε τα μαγιάτικα στεφάνια σας για προσάναμμα!




 
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου
Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ
σας προσκαλεί να παρακολουθήσετε
την Κυριακή 15 Μαΐου τη θεατρική παράσταση «Λωξάντρα» της Μαρίας Ιορδανίδου που ανεβαίνει στο «ΘΕΑΤΡΟΝ» του «Ελληνικού Κόσμου» από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε συνεργασία με το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.

Τιμή εισιτηρίου 20 € (συμπεριλαμβάνεται και η μεταφορά με το πούλμαν)
Αναχώρηση μπροστά από το θερινό κινηματογράφο στις 16:00.
Για πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής στο τηλέφωνο 2292023114 (πρωινές ώρες)


                   
 Λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου
Το έργο αφηγείται την ιστορία της κοκόνας Λωξάντρας, μιας λαϊκής γυναίκας,
εξαιρετικά δυναμικής, που ηγείται πρόσχαρα, στοργικά και ακούραστα μιας πολυμελούς μεσοαστικής ελληνικής οικογένειας της Πόλης στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Ενώ γύρω της στοβιλίζονται πολυάριθμα συγγενικά της πρόσωπα, φίλοι, γείτονες, η Παναγία η Μπαλουκλιώτισσα, παραπαίδια, λαϊκοί Τούρκοι, χανούμισσες, ο πασάς της γειτονιάς και εκτυλίσσονται σημαντικά ιστορικά γεγονότα, η Λωξάντρα φανερώνεται δυναμική και ακατάβλητη, έτοιμη να αντιμετωπίσει όλες τις αντιξοότητες της ζωής, με τη σοφία του ενστίκτου αλλά και την ωριμότητα της εμπειρίας  γενεών και με έμβλημά της τη φράση: «Τίς εστί πλούσιος; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος». Ένας ύμνος προς τη ζωή.
 
Γιατί η Λωξάντρα; Γιατί τώρα μέσα στην κρίση  και στις «σταυροφορίες» των αγορών; Γιατί απλώς μας συγκινεί. Γιατί μας θυμίζει πράγματα που αφήσαμε πίσω ως οπισθοδρομικά∙ χαμένα πρότυπα, οικογένεια, φαγητό, συγκέντρωση γύρω από το τραπέζι!






Παρουσίαση του βιβλίου «Τα βαπόρια της σκουριάς και του έρωτα» από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ



Η σημερινή εκδήλωση προέκυψε από μια πρόταση που είχε γίνει στο σύλλογό μας, καταρχήν, από τον κύριο Φαίδωνα Παπαθεοδώρου και, έπειτα, και από την κυρία Δέσποινα Στυλιανίδου με αφορμή τους ισχυρούς δεσμούς που συνδέουν το Λαύριο τόσο με την Μπάλια της Μικράς Ασίας, περιοχή στην οποία από τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα είχε αναπτυχθεί μεταλλευτική και μεταλλουργική δραστηριότητα με συμμετοχή, μάλιστα, από το 1882 της Ελληνικής Εταιρείας των Μεταλλουργείων Λαυρείου με ποσοστό 40%, όσο και με το Στρατώνι Χαλκιδικής, όπου μετοίκησαν μετά τη μικρασιατική καταστροφή οι πρόσφυγες από την Μπάλια και όπου εκτυλίσσεται και το μεγαλύτερο μέρος των ιστοριών του βιβλίου της κυρίας Στυλιανίδου με τίτλο «Τα βαπόρια της σκουριάς και του έρωτα» στο οποίο θα αναφερθώ αναλυτικότερα παρακάτω.


Προηγουμένως, θα ήθελα να κάνω μια σύντομη εισαγωγή στο χώρο στον οποίο βρισκόμαστε, καθώς έχει άμεση σχέση με το περιεχόμενο του βιβλίου της κυρίας Στυλιανίδου και θα ήταν σημαντικό να γνωρίσουν και όσοι καλεσμένοι μας από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή την περιοχή της Χαλκιδικής παρευρίσκονται σήμερα στην αίθουσα αυτή. Το πολύ οικείο, λοιπόν, σε εμάς τους Λαυριώτες Μηχανουργείο, χαρακτηριστικό, μάλιστα, παράδειγμα της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής του τόπου, είναι ένα από τα κτίρια της Ελληνικής Εταιρείας ή της Εταιρείας των Μεταλλουργείων Λαυρείου που αγόρασε το 1873 ο εκπρόσωπος της τράπεζας Κωνσταντινουπόλεως, Ανδρέας Συγγρός, από την Ιταλογαλλική εταιρεία που ίδρυσε ο Ιωάννης Σερπιέρη το 1864. Είναι ιδιαίτερη χαρά, λοιπόν, για μας σήμερα να σας υποδεχόμαστε, κυρία Στυλιανίδου και κύριε Παπαθεοδώρου, σ’αυτόν το χώρο που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την πατρίδα των γονιών σας, την Μπάλια της Μικράς Ασίας.

Το βιβλίο της κυρίας Στυλιανίδου που αποτελεί και το επίκεντρο της σημερινής εκδήλωσης, όπως προείπα, λαμβάνει χώρα κατά κύριο λόγο στο Στρατώνι Χαλκιδικής και παρουσιάζει τις ιστορίες τεσσάρων ζευγαριών οι ζωές των οποίων είναι άμεσα συνυφασμένες με τη μεταλλευτική δραστηριότητα της περιοχής. Χαρακτηριστικό της περιοχής του Στρατωνίου και στοιχείο που αναδεικνύεται και μέσα από το βιβλίο είναι ο αριθμός των ανθρώπων που μετοικούν σ’αυτό από διάφορες περιοχές της χώρας μας και όχι μόνο, κυρίως για βιοτικούς ή εργασιακούς λόγους, προκειμένου να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους και να περιορίσουν την ανέχεια μέσα στην οποία ζούσαν. Έτσι, λοιπόν, και στο Στρατώνι, σαν ένα άλλο Λαύριο, συγκεντρώνονται άνθρωποι από την Κρήτη, τη Σαντορίνη, τη Σκύρο και αργότερα τη Μικρά Ασία, αλλά και από χώρες της Ευρώπης, όπως είναι η Γαλλία και η Ιταλία, μεταφέροντας ο καθένας από αυτούς τη δική του κουλτούρα και δίνοντας με τον τρόπο αυτό έναν άλλο αέρα και μια κοσμοπολίτικη πνοή στις συνήθειες και τη ζωή των ανθρώπων εν συγκρίσει με τις αντιλήψεις και την ατμόσφαιρα μιας ευρύτερης τοπικιστικής κοινωνίας.

Μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο και τις ιστορίες των ζευγαριών, που χρονικά η μια διαδέχεται την άλλη, με αφετηρία την τελευταία δεκαετία του δεκάτου ενάτου αιώνα και φτάνοντας μέχρι και τα χρόνια της μεταπολίτευσης, παρακολουθούμε όλη τη νεώτερη ιστορία της Ελλάδας. Μικρασιατική Καταστροφή, Δικτατορία Μεταξά, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Εθνική Αντίσταση και Εμφύλιος Πόλεμος ξεδιπλώνονται μπροστά μας μέσα από τη σκληρή καθημερινότητα, το μόχθο, τις ελπίδες, τα όνειρα, τους φόβους και τις οδυνηρές αναμνήσεις όχι μόνο των πρωταγωνιστών, αλλά και των άλλων προσώπων που πλαισιώνουν τους βασικούς ήρωες.

Οι άνθρωποι του βιβλίου είναι οι ήρωες της δικής μας ζωής, οι πρωταγωνιστές της δικής μας οικογενειακής ιστορίας. Πρόσωπα αυθεντικά, χαρακτήρες γνήσιοι, άνθρωποι του μεροκάματου που, καθώς αγωνίζονται να επιβιώσουν μαζί με τις οικογένειές τους, οδηγούνται στην εσωτερική μετανάστευση εγκαταλείποντας τις ιδιαίτερες πατρίδες τους ή που, υπό την απειλή της φωτιάς και του τούρκικου μαχαιριού, κυνηγημένοι από την ανάγκη να σώσουν τη ζωή και την τιμή τους, επιλέγουν να ζήσουν σε νέες πατρίδες και νέα χωριά βρίσκοντας κι εκεί θάλασσα, βουνό και φάμπρικα.

Τα ανθρώπινα ράκη που μπαίνουν στις γαλαρίες με την πρώτη αχτίδα του ήλιου και βγαίνουν από τις μπούκες με τη δύση του, μαυρισμένα από τα κεφάλι ίσαμε τα δάχτυλα, με καμένα τα σωθικά τους και χαλικωμένα τα πνευμόνια τους, οι βαθιές στοές με το ημίφως που δημιουργούσαν οι λάμπες ασετυλίνης κάνοντας τα τοιχώματα των στοών να λαμποκοπούν από το πλούσιο μετάλλευμα, η υγρή ζέστη της γης και η βαριά μυρωδιά της μούχλας, οι μυστηριώδεις ψίθυροι των παλιών υποστυλωμάτων που στενάζουν από το περιττό βάρος προσημαίνοντας τις τραγωδίες που θα ακολουθήσουν, τα γεμάτα σκουριά και λαμαρίνες κτίρια, το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας, προστάτιδας των μεταλλωρύχων, με τη μικρή εικόνα της Αγίας κι ένα καντήλι μονάχα που κάθε βάρδια φρόντιζε να μένει πάντα αναμμένο, τα ατυχήματα και οι κραυγές αγωνίας των καταπλακωμένων εργατών, ο προσφυγικός συνοικισμός και οι εργατικές κατοικίες, μα και οι χοροεσπερίδες και τα γλέντια που γίνονται στη μεγάλη αίθουσα της Λέσχης είναι ορισμένες μόνο από τις οπτικές, ακουστικές και οσφρητικές εικόνες του βιβλίου που σίγουρα θα αναδεύσουν τη μνήμη μας και θα μεταφέρουν στο συνειδητό μας παρόμοιες σκηνές και αφηγήσεις από την πολύ πρόσφατη μεταλλευτική ιστορία του τόπου μας.

Στο βιβλίο της κυρίας Στυλιανίδου τα τρία βασικά σημεία στη διαδρομή της ανθρώπινης ζωής, η γέννηση, δηλαδή, ο έρωτας και ο θάνατος βαίνουν παράλληλα με ένα από τα καράβια που φτάνουν κάθε φορά στο λιμάνι του Στρατωνίου σφυρίζοντας, για να φορτώσουν το μετάλλευμα και να το μεταφέρουν στις αγορές της Ευρώπης. Ένα από αυτά τα καράβια είναι και το φορτηγό Ρόζα Βλάση, συνδεδεμένο μ’έναν τραγικό τρόπο δυστυχώς με το Λαύριο, που γίνεται σύμβολο του ίδιου του ταξιδιού της ζωής, της φυγής από τη σκληρή πραγματικότητα, του κινδύνου και της πάλης με το υγρό στοιχείο αλλά και των ελπίδων που ναυαγούν.

Το βιβλίο της κυρίας Στυλιανίδου «Τα βαπόρια της σκουριάς και του Έρωτα» δεν είναι ένα αμιγώς μυθοπλαστικό κείμενο. Είναι ένα έργο, που μέσα από τις μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν σημαντικά γεγονότα, καθοριστικά τόσο για το χώρο στον οποίο διαδραματίζονται όσο και για τη νεώτερη ιστορία του τόπου μας, καταγράφει και αφηγείται την αλήθεια των πραγματικών ηρώων της ιστορίας και της ζωής κληροδοτώντας μας, παράλληλα, τη σπουδαία λαϊκή θυμοσοφία και καταφέρνοντας με τον τρόπο αυτό να τέρψει πνευματικά αλλά και ηθικά τον αναγνώστη. Η αίσθηση που σχηματίζει κάποιος διαβάζοντας το βιβλίο από τις πρώτες κιόλας γραμμές του είναι πως κουβαλά έναν παρόμοιο πολιτισμό, έχει τις ίδιες γερές ρίζες και είναι πλασμένος από τα ίδια υλικα, που χάλκευσαν και τους χαρακτήρες του έργου. Αυτό και μόνο συνηγορεί στην άποψη πως οι τέσσερις αυτές ιστορίες, της Ευγενίας και του Στράτου, της Ζαφειρίας και του Χριστόδουλου, της Ιασμίνης και του Μαϊστρου και της Μυρσίνης και του Φαίδωνα θα μπορούσαν να έχουν έναν διαφορετικό γεωγραφικά, μα συνάμα τόσο όμοιο ως προς την ουσία του, χώρο∙ αυτόν της Λαυρεωτικής γης.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Το Σάββατο 9 Απριλίου στο χώρο του παλαιού Μηχανουργείου πραγματοποιήθηκε με επιτυχία από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ η παρουσίαση του βιβλίου της Δέσποινας Στυλιανίδου «Τα βαπόρια της σκουριάς και του έρωτα». Η εκδήλωση ξεκίνησε με προβολή ενός dvd αναφορικά με την παράλληλη μεταλλευτική πορεία του Λαυρίου, της Μπάλιας της Μικράς Ασίας και του Στρατωνίου Χαλκιδικής. Ακολούθησε χαιρετισμός του Προέδρου, Παναγιώτη Μούτση και στη συνέχεια η παρουσίαση του βιβλίου από τον κύριο Φαίδωνα Παπαθεοδώρου, χωροτάκτη – πολεοδόμο, Αντιπρόεδρο της Ένωσης Σμυρναίων και μέλος του Συλλόγου Μπαλιωτών Μικράς Ασίας, την Τριανταφυλλιά Μήτρου, φιλόλογο και γ. γραμματέα του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ και τη συγγραφέα και φιλόλογο Δέσποινα Στυλιανίδου.


Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους η αρχαιολόγος και καθηγήτρια του Ε.Μ.Π κα. Τσάιμου, ο αντιπρόεδρος της εταιρείας Flow Energy, κος Ηλίας Κονοφάγος, ο πρόεδρος της Εταιρείας Μελετών Λαυρεωτικής, κος Βλάδος, η κα. Μαρία Κουμπλή, Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Λαυρίου και Αντιπρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, η Δημοτική Σύμβουλος κα. Χολέβα Κυριακή, η κα. Βασιλεία Βασιλείου από το σύλλογο Μικρασιατών Καισαριανής, ο πρόεδρος του συλλόγου Κρητών κος Ζωπιάκης, ο πρόεδρος του συλλόγου Πελοποννησίων, κος Τσίτουρας, ο πρόεδρος του συλλόγου Ηπειρωτών & Ιδιοκτητών Αγριλέζας, κος Λαμπίρης, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Αλληλεγγύης & Φιλίας Λαύριο – Αλέξινατς, κος Σκουλικαρίτης, ο πρόεδρος του σωματείου Συνταξιούχων ΙΚΑ Λαυρίου, κος Κιρκίνης, πολλά μέλη και φίλοι του συλλόγου.

Ευχαριστούμε όλους όσους μας τίμησαν με την παρουσία τους.

Όσοι ενδιαφέρονται να αγοράσουν το βιβλίο μπορούν να απευθύνονται στο βιβλιοπωλείο «Μολυβιές» (Λ. Αθηνών 8 - Εμπορικό Κέντρο Σακιώτη, Λαύριο / Αριστοτέλους 22, Ανάβυσσος)


Οι Εκδόσεις ΙΑΝΟΣ και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου
Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της Δέσποινας Στυλιανίδου
" Τα βαπόρια της σκουριάς και του Έρωτα "
Σάββατο ९ Απριλίου
Χώρος : Παλαιό Μηχανουργείο (όπισθεν θερινού κινηματογράφου)
Ομιλητές: Φαίδων Παπαθεοδώρου, χωροτάκτης - πολεοδόμος, Αντιπρόεδρος Ένωσης Σμυρναίων
Μήτρου Τριανταφυλλιά, φιλόλογος, Γενική Γραμματέας Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ


Κοπή Πρωτοχρονιάτικης Πίτας
από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Λαυρίου
Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ
Το Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011 στο εστιατόριο «Μαγικό Χωριό» στα Λεγρενά οι Μικρασιάτες του Λαυρίου έκοψαν την πρωτοχρονιάτικη πίτα τους. Η εκδήλωση και φέτος ήταν ιδιαίτερα επιτυχής, αφού κατάφερε να συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό μελών και φίλων του Συλλόγου κερδίζοντας, βεβαίως, και πάλι πολύ καλά σχόλια και εντυπώσεις.
Τα μέλη του Δ.Σ έκοψαν την πρωτοχρονιάτικη πολίτικη βασιλόπιτα και μοίρασαν γούρια σε όλους τους παρευρισκόμενους στους οποίους ευχήθηκαν μια Ευτυχισμένη και Δημιουργική Νέα Χρονιά. Στην κλήρωση που ακολούθησε για τον τυχερό της χρονιάς μέλος του συλλόγου κέρδισε ένα κωνσταντινάτο φλουρί.
Τον επόμενο λόγο είχε φυσικά ο χορός και το γλέντι. Ξεχωριστό τόνο στη βραδιά έδωσε η χορεύτρια ανατολίτικων χορών τα έξοδα της οποίας ανέλαβε να καλύψει εξ ολοκλήρου το μέλος του συλλόγου μας, κύριος Μίμης Δεληγιάννης. Ευχαριστούμε, επίσης, θερμά το φίλο του συλλόγου μας, κύριο Δημήτρη Μιχόπουλου, για την ευγενική χειρονομία του να καλύψει οικονομικά τη μεταφορά των προσκεκλημένων με πούλμαν. Την εκδήλωση τίμησε με την παρουσία της η πρόεδρος του συλλόγου Περαμίων Κυζικηνών, κυρία Τσακίρη Ελένη.
Ευχόμαστε σε όλους μια καλή Νέα Χρονιά γεμάτη Υγεία, Δημιουργικότητα, Αισιοδοξία και Πρόοδο και ελπίζουμε να σας έχουμε πάντα κοντά μας σε κάθε προσπάθεια.

Ανακοίνωση
Το Βιοτεχνικό Βιομηχανικό Εκπαιδευτικό Μουσείο
που λειτουργεί
με την ενεργό συμπαράσταση του Δήμου Λαυρεωτικής και του Τεχνολογικού και Πολιτιστικού Πάρκου
σας προσκαλεί στο Πάνω Μηχανουργείο της πρώην Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου,
το Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010, 5 με 8 το απόγευμα,
στην εκδήλωση που διοργανώνει σε συνεργασία με το Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών Δήμου Αναρουσίου και
τον Πολιτιστικό Σύλλογο Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ με θέμα:
Ο Καραγκιόζης και άλλες φιγούρες του θεάτρου σκιών.
Ελάτε να κατασκευάσετε το δικό σας Καραγκιόζη έτσι όπως μάθαινε ο Ευγένιος Σπαθάρης τα παιδιά με το δικό του μιοναδικό τρόπο.
Ελάτε να παίξετε στον ειδικό μπερντέ με τις φιγούρες σας παρέα με την κόρη του Μένια και την εγγονή του Φωτεινή.



Μονοήμερη εκδρομή του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ στη Θήβα

Μονοήμερη εκδρομή διοργάνωσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ στη Θήβα στα πλαίσια της οποίας πραγματοποιήθηκε επίσκεψη στην Ιερά Μονή Σαγματά, ένα από τα αρχαιότερα μοναστήρια, που χρονολογείται τη βυζαντινή περίοδο και πιο συγκεκριμένα το 12ο αιώνα, όπου οι εκδρομείς είχαν τη δυνατότητα να προσκυνήσουν τα ιερά λείψανα και κειμήλια που φυλάσσονται στο μοναστήρι ανάμεσα στα οποία και τμήμα του Τιμίου Ξύλου, δώρο του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού, ο οποίος και χρηματοδότησε την ανέγερση του μοναστηριού. Στο ίδιο μοναστήρι στεγάζεται και το παρεκκλήσιο του Ρώσου Αγίου Λουκά του Ιατρού, όπου φυλάσσονται ιερά λείψανα και εκτίθενται πολλά από τα προσωπικά του αντικείμενα καθώς επίσης και φωτογραφίες από τη ζωή του. Η εκδρομή συνεχίστηκε με προσκύνημα στο ναό του Ευαγγελιστή Λουκά, όπου υπάρχει η κατακόμβη, στην οποία ενταφιάστηκε ο Ευαγγελιστής, η λάρνακα που του αφιερώθηκε και μέρος των ιερών του λειψάνων. Η εκδρομή ολοκληρώθηκε με επίσκεψη στα γραφεία της Ένωσης Μικρασιατών Θήβας τα οποία στεγάζονται σε ένα υπέροχο ανακαινισμένο σπίτι στην καρδιά του Προσφυγικού Συνοικισμού. Ιδιαίτερη ήταν η αρωγή για την πραγματοποίηση αυτής της εκδρομής του Γ.Γ της Ένωσης Μικρασιατών Θήβας κ. Δημήτρη Παντέλα, όπως επίσης και του προέδρου κ. Αποστόλη Δαγδελένη τους οποίους ευχαριστούμε από καρδιάς.


Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου
"Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ"
σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Μικρασιατών Αιγάλεω
"ΝΕΕΣ ΚΥΔΩΝΙΕΣ"
σας προσκαλεί
στις 14 Μαρτίου, ημέρα Κυριακή & ώρα 7:00 μ.μ
στο χώρο του παλαιού μηχανουργείου
να παρακολουθήσετε τη θεατρική παράσταση
"Η Γιαγιά μου η Ευανθία ήρθε από τη Σμύρνη το '22."


Άξια λόγου για μία ακόμη φορά η εκδήλωση που παρουσίασε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ στις 14 Μαρτίου στο χώρο του παλαιού Μηχανουργείου, όπου με την πολύτιμη αρωγή του συλλόγου Μικρασιατών Αιγάλεω «Νέες Κυδωνίες» πλήθος κόσμου παρακολούθησε τη θεατρική παράσταση «Η γιαγιά μου η Ευανθία ήρθε από τη Σμύρνη το ‘22».
Η εκδήλωση ξεκίνησε με χαιρετισμό του προέδρου του Δ.Σ Μούτση Παναγιώτη ο οποίος μεταξύ άλλων τόνισε: « Η σημερινή παράσταση θα μας ταξιδέψει όλους χρόνια πίσω στο παρελθόν αντικρίζοντας στο πρόσωπο της γιαγιάς Ευανθίας εκείνο της δικής μας γιαγιάς ή του παππού και θα ανασύρει από τη μνήμη μας τις πολύτιμα φυλαγμένες στιγμές από τις διηγήσεις τους για τα μέρη εκείνα, τα δικά τους∙ διηγήσεις που πότισαν τόσο και τις δικές μας αναμνήσεις, ώστε με τον καιρό, ασυναίσθητα, τα μέρη αυτά τα νιώσαμε και δικά μας, σαν να ‘ χουμε αφήσει κι εμείς εκεί ένα μέρος του δικού μας εαυτού, γι’αυτό και με τη σειρά μας τις μεταφέρουμε ως κληρονομιά και βαριά παρακαταθήκη στους επόμενους μέσα από τέτοιες εκδηλώσεις, όπως η σημερινή. Θα θυμηθούμε την τρυφερή και νοσταλγική ματιά των δικών μας παραμυθάδων∙ εκείνων, που ξαφνικά μεταμορφώνονταν στους πιο δεινούς και επιδέξιους τεχνίτες του λόγου, για να περιγράψουν την ομορφιά του παλιού χωριού και της παλιάς ζωής, την αρχοντιά των ανθρώπων, να διδάξουν το δίκαιο αλλά και το άδικο, που πονά, συνθλίβει και ασεβεί στην ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, να μεταδώσουν τη δική τους αλήθεια και την πίστη, πως στην ατέρμονη λαμπαδηφορία της μνήμης η φλόγα της λαμπάδας θα φουντώνει όλο και περισσότερο σε κάθε νέο χέρι∙ Αυτών, που η φωνή τους έτρεμε από συγκίνηση κάθε φορά που διηγούνταν κάποιες ιστορίες από τη ζωή που είχαν περάσει εκεί κι ένα δάκρυ κυλούσε στα ρυτιδωμένα τους μάγουλα, όταν έφταναν στην αναγκαστική και βίαιη εγκατάλειψη της πατρίδας τους. Εκείνων που στάθηκαν παραστάτες και οδηγοί μας∙ σαν τη γιαγιά μου τη Βάσω, τον παππού Λογοθέτη, τη γιαγιά Βαγγελιώ, τη γιαγιά Δέσποινα, τη γιαγιά Βενετσιάνα και σήμερα τη γιαγιά Ευανθία. Τα παραμύθια, λένε, παρηγορούν, ανακουφίζουν, για εμάς τους Μικρασιάτες λυτρώνουν κιόλας∙ προσφέρουν όμως και αγωγή στην ψυχή μας, ειδικά όταν αποτελούν γνήσια λαϊκή έκφραση και μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, όπως αυτό».
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο αντιδήμαρχος Χρήστος Προμοίρας, η πρόεδρος του συλλόγου Μικρασιατών Αιγάλεω Νίνα Τσιναρίδου με μέλη του Δ.Σ, η πρόεδρος του συλλόγου Πριγκιπιανών Φ. Ραπτοπούλου, η πρόεδρος του συλλόγου Μικρασιατών Καισαριανής Στέλλα Λίλλα, ο Πρόδρομος Χατζηπαρασκευάς εκπρόσωπος του συλλόγου Μικρασιατών Αναβύσσου, ο Κώστας Πόγκας πρώην Δήμαρχος Λαυρεωτικής, ο κος Βαρυθυμιάδης πρόεδρος του συλλόγου Ποντίων, ο κος Τσίτουρας πρόεδρος του συλλόγου Πελοποννησίων, η κα. Ροδολάκη εκπρόσωπος του συλλόγου Κρητών, εκπρόσωποι του Βιοτεχνικού Βιομηχανικού Εκπαιδευτικού Μουσείου και πάμπολλοι Μικρασιάτες.

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ
διοργανώνει συνεστίαση
για την κοπή της πίτας
στις 23-01-2010
στην ταβέρνα ΑΡΤΕΜΙΣ
στο 60ο χλμ Αθηνών - Σουνίου με πλούσιο γεύμα, πολίτικο γλυκό και βασιλόπιτα, δωράκια για όλους και πολλές ευχές για μια καλή νέα χρονιά.
Η μεταφορά προς και από την ταβέρνα θα γίνει δωρεάν. Αναχώρηση από τα Κ.Ε.Π (παλαιό δημαρχείο) στις 20:15 &
από τον Άγιο Ανδρέα στο συνοικισμό στις 20:30.
Βάλτε την καλύτερη διάθεσή σας και ελάτε να δημιουργήσουμε ένα αυθεντικό μικρασιάτικο γλέντι.
Τιμή πρόσκλησης 20€
Τηλέφωνο επικοινωνίας : 22920 23114



«Μικρασιατική καταστροφή∙
88 χρόνια μετά »
Για πρώτη φορά στο Λαύριο από τον Πολιτιστικό Σύλλογο
«Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ»
πραγματοποιήθηκαν εκδηλώσεις για τη 14η Σεπτέμβρη, ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους.


Σε κλίμα ιδιαίτερης συγκίνησης, παρουσία πλήθους κόσμου, στις 14 Σεπτέμβρη, στον Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα πρωτοστατούντος του Αρχιμανδρίτου Κωνσταντίνου Συρίγου τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση υπέρ αναπαύσεως των ψυχών όσων χάθηκαν στη Μικρασιατική καταστροφή. Στο χρονικό των τελευταίων ημερών της καταστροφής αναφέρθηκε η φιλόλογος και γραμματέας του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ, Τριανταφυλλιά Μήτρου, που μεταξύ άλλων τόνισε:
Σε όλους τους χριστιανικούς ναούς σήμερα, σε όλη τη χώρα μας και όχι μόνο, οπουδήποτε υπάρχουν απόγονοι των Μικρασιατών και μικρασιατικός πληθυσμός, εκτός από την καθιερωμένη λειτουργία για την ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, είθισται να τελούνται επιμνημόσυνες δεήσεις, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των προγόνων μας, που χάθηκαν στη Μικρασιατική καταστροφή. Τα αίτια αυτής της τραγωδίας, που στοίχισε τη ζωή μυριάδων ανθρώπων και προκάλεσε τον ξεριζωμό του Μικρασιατικού ελληνισμού, ο οποίος είχε ζήσει εκεί πάνω από 25 αιώνες, ως θεματοφύλακας και συνεχιστής ενός μεγάλου πολιτισμού, είναι λίγο πολύ γνωστά, σε όσους έχουν θελήσει από μόνοι τους να μάθουν την αλήθεια, γι’αυτό και δε θεωρώ απαραίτητο να τα εκθέσουμε. Ας θυμηθούμε όμως λίγα πράγματα για το χρονικό των τελευταίων ημερών, πριν την καταστροφή, και για το σταυρό των παθών που σήκωσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, από τους οποίους κάποιοι κατάφεραν να επιζήσουν, ενώ άλλοι ακολούθησαν το πεπρωμένο τους μέχρι τέλους.
Την Παρασκευή 26 Αυγούστου 1922 αρχίζει η μεγάλη αγρύπνια της Σμύρνης. Έλληνες και Αρμένηδες, που δεν έχουν καταφέρει να αναχωρήσουν, ετοιμάζουν τα πράγματα που θα πάρουν μαζί τους. Κρύβουν κοσμήματα και λίρες στις φόδρες των ρούχων τους, και όσα από τα πολύτιμα σκεύη και κειμήλια δεν μπορούν να πάρουν μαζί τους, τα κατεβάζουν στα πηγάδια και τα βυθίζουν κάτω από το νερό ή σκάβουν μέρη, που τα σημαδεύουν καλά στη μνήμη τους, με την ελπίδα ότι θα τα ξαναβρούν, όταν με το καλό ξαναγυρίσουν. Τα εικονίσματα τα ξεκρεμάνε με περισσή ευλάβεια, τα τυλίγουν σε σεντόνια ή σε νυφιάτικα προσόψια ή ακόμα και σε σάβανα φερμένα από τους Άγιους τόπους, και τα τοποθετούν κάτω κάτω στα μπαούλα που παίρνουν μαζί τους. Οι γυναίκες φοράνε δύο και τρεις αλλαξιές εσώρουχα, δύο και τρία φουστάνια, τυλίγουν τα κεφάλια τους με μαύρα κεφαλομάντιλα να φαίνονται γριές, άρρωστες, έγκυες. Φοράνε ό,τι χειρότερο έχουν, άσχημο, μαύρο, γεροντικό, αηδιαστικό. Βάφουν τα πρόσωπά τους με καπνιά, καίνε τα φρύδια και τα ματόκλαδά τους, κόβουν ή κρύβουν τα όμορφα μαλλιά τους, τα ανακατώνουν για να αγριέψουν . Τ αγόρια τα ντύνουν γυναικεία για να ξεγελάσουν τους Τούρκους. Πριν βγουν από το σπίτι τους και ενωθούν με το πλήθος, γονατίζουν μπροστά στα εικονίσματα και σταυροκοπιούνται. Ανάβουν τα καντήλια τους και κλαίνε σε μια ύστατη στιγμή ικεσίας. Τα καραβάνια των προσφύγων που φτάνουν από το εσωτερικό περνάνε ατελείωτα. Πρώτα, από τα κοντινά χωριά αλλά και από τις Παλιές και τις Νέες Φώκαιες, τη Μενεμένη, το Αγιασολούκ, τα Βουρλά, κωμοπόλεις και χωριά ξακουστά με πλούσιους ελληνικούς πληθυσμούς, που οι κάτοικοί τους φεύγουν για τη Σμύρνη, για να γλιτώσουν την αιχμαλωσία και την ατίμωση. Άλλες οικογένειες κλειδώνουν τις πόρτες των σπιτιών τους για τελευταία φορά, βγαίνουν στην αυλή του σπιτιού τους και περιμένουν. Δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τους τόπους όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.Σε μερικά σπίτια παραμένουν οι πολύ γέροι, οι ανήμποροι και κατάκοιτοι, που δεν μπορούν να ακολουθήσουν τους άλλους. Εκατοντάδες και χιλιάδες είναι τα συμβάντα ειδεχθών εγκλημάτων. Εκατοντάδες και χιλιάδες είναι τα θύματα. που θα καταχωρηθούν σττους μάρτυρες. Εκατοντάδες και χιλιάδες οι θύτες που θα καταχωρηθούν στους υπανθρώπους.
Το Σάββατο της 27ης Αυγούστου 1922 στον ιερό ναό της Αγίας Φωτεινής τελείται η τελευταία λειτουργία από το μητροπολίτη Χρυσόστομο. Μέσα στη μεγάλη εκκλησία έχει συγκεντρωθεί ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που πλημμυρίζει ακόμα και την αυλή με μπόγους, σεντούκια και δέματα. Λίγες ώρες αργότερα ο μητροπολίτης Χρυσόστομος αρνούμενος να εγκαταλείψει το ποίμνιό του παραδίνεται στα χέρια του εξαγριωμένου τουρκικού όχλου, που κρατώντας σούβλες, μαχαίρια και παλούκια, ζητούσε την κεφαλή του επί πίνακι. Την ίδια μέρα οι φωνές των ανθρώπων που ακούγονται από παντού είναι γοερές, γεμάτες φόβο, πόνο, ικεσίες, αναφιλητά και θάνατο. Ο χριστιανικός πληθυσμός της Σμύρνης έχει αρχίσει ήδη να κατεβαίνει στον Άδη.
Το πρωί της 28ης Αυγούστου ο τακτικός τουρκικός στρατός μπαίνει στη Σμύρνη. Ατελείωτες είναι από δω και στο εξής οι διηγήσεις γι’αυτές τις ζοφερές στιγμές της Σμύρνης και των ανθρώπων της. Τούρκοι αξιωματικοί και στρατιώτες, τσέτηδες, ξαφνικά έχουν αποκτήσει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω σε ένα ανήμπορο κοπάδι ανθρώπων. Πλιατσικολόγοι, φονιάδες και εκδικητές τριγυρίζουν στους δρόμους της μέρα και νύχτα. Ολόκληρη η Σμύρνη έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο πεδίο μιας άνισης μάχης. Σεβάσμιοι άνθρωποι πέφτουν στα γόνατα παρακαλώντας για τη σωτηρία των δικών τους, μητέρες θυσιάζουν το κορμί τους, για να σώσουν εκείνο της κόρης τους, γονείς δίνουν τη ζωή τους για να γλιτώσουν αυτήν των παιδιών τους. Παντού βασιλεύει η δυσωδία από τα άταφα κουφάρια των αθρώπων που είναι σε κατάσταση αποσύνθεσης. Όσοι θέλουν να επιζήσουν , καθώς στριμώχνονται στη Σκάλα σε μια ύστατη προσπάθεια επιβίβασης στα εναπομείναντα πλοία, είναι υποχρεωμένοι να πατούν σε πτώματα φίλων, γειτόνων και συγχωριανών τους. Όσοι φτάνουν με οποιονδηποτε τρόπο στα συμμαχικά πολεμικά, εμποδίζονται να ανέβουν σε αυτά, και αν το καταφέρουν, στη συνέχεια ρίχνονται στη θάλασσα.
Την Τετάρτη 31 Αυγούστου του 1922 αρχίζει ο εμπρησμός της Σμύρνης. Το ίδιο βράδυ η Σμύρνη έλαμπε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της κατακόκκινη, πυρακτωμένη και πνιγμένη μέσα σε ατελείωτα σύννεφα στάχτης και πυκνού γκρίζου καπνού. Η Σμύρνη καιγόταν από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της και όσοι είχαν καταφύγει σε αυτήν, ελπίζοντας στη σωτηρία, έχαναν τις ζωές τους εγκλωβισμένοι ανάμεσα στο νερό και τη φωτιά. Ένα ατελείωτο κοπάδι ανθρώπων τα είχε χαμένα μη ξέροντας που πήγαινε και τι έκανε. Γονείς φοβούνταν μη χάσουν τα παιδιά τους, παππούδες τα εγγόνια τους, γυναίκες τους άντρες τους. Πολλοί έπεφταν στη θάλασσα, ώσπου κάποια στιγμή στην επιφάνειά της επέπλεαν νεκρά κορμιά, που οι ψαρόβαρκες, που προσπαθούσαν να απομακρυνθούν από το κακό, αναγκάζονταν να τα κάνουν πέρα με τα κουπιά τους. Τρεις μέρες αργότερα, όταν η πυρκαγιά θα καταλαγιάσει από μόνη της, 200. 000 άνθρωποι για μία ακόμα βδομάδα θα συνεχίσουν να ζουν, να πεθαίνουν και να γεννούν τα μωρά τους πάνω σε εκείνη την αξέχαστη προκυμαία. Η Σμύρνη, η προαιώνια ελληνική πολιτεία, η Σμύρνη που ήταν περισσότερο ελληνική κι από την Αθήνα, η ωραία και χριστιανική Σμύρνη, η καρδιά της Ιωνίας είχε μεταβληθεί σε τέφρα και ερείπια.
Όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν από την επίγεια κόλαση των μικρασιατικών παραλίων θα κάνουν χρόνια να συνέλθουν. Ποτέ και με τίποτα δεν θα ξεχάσουν όλα όσα έζησαν μέχρι να κλείσουν για πάντα τα μάτια τους. Αυτά τα πάθη της φυλής, του γένους και του ανθρώπου είναι η κληρονομιά της φρίκης και η διαθήκη του αίματος που θα πηγαίνει από γενιά σε γενιά, κληρονομιά για τις μελλούμενες γενιές που πρέπει να μάθουν, τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος και μέχρι πιο σημείο εξαχρείωσης μπορεί να φτάσει.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 1922 τελείται μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των τραγικώς σφαγέντων Χριστιανών και του Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου. Με κόπο μικροί και μεγάλοι συγκρατούν τα δάκρυα και τους λυγμούς τους στο Αιωνία σας η Μνήμη που ψάλλει με χιλιάδες λαού ο μητροπολίτης Εφέσου. Το ίδιο ας αναφωνήσουμε και εμείς σήμερα: Αιωνία η Μνήμη τους.
Οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν τη 16η Σεπτεμβρίου στο χώρο του Παλαιού Μηχανουργείο μεμια γιορτή αφιερωμένη στη γυναίκα Μικρασιάτισσα, στην οποία παρευρέθηκαν ο Αρχιμανδρίτης Κωνσταντίνος Συρίγος, η κα. Βούλα Παπαγεωργίου, πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Μικρασιατών Ανατολικής Αττικής, οι συγγραφείς Έφη Γρηγοριάδου και Μαρίτσα Σαριντζιώτου – Σπύρου, φορείς της τοπικής κοινωνίας μεταξύ των οποίων εκπρόσωποι του Εμποροεπαγγελματικού Συλλόγου Λαυρίου, του Επιμορφωτικού Εκδρομικού Ομίλου Λαυρίου, του Συλλόγου Πανθεσσαλικών, του Συνδέσμου Ειρήνης και Φιλίας των Λαών, του Συλλόγου Μικρασιατών Αναβύσσου. Η εκδήλωση ξεκίνησε με χαιρετισμό του προέδρου Παναγιώτη Μούτση, ενώ η διοίκηση του συλλόγου απένειμε τιμητικές πλακέτες στις γιαγιάδες Κατίνα Βαλλή – Σωτηρίου, Ευγενία Κατιδάκη – Βαλλή και Αντριάνα Ψάλτη, στο πρόσωπο των οποίων αναγνωρίστηκε το ψυχικό σθένος που επέδειξαν όλοι οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στην προσπάθειά τους να κάνουν μια νέα αρχή, σε έναν τόπο, μάλιστα, που δεν τους υποδέχτηκε, όπως εκείνοι φαντάζονταν, όταν πρόφεραν τη λέξη πατρίδα. Η εκδήλωση έκλεισε με τους υπέροχους μικρασιατικούς χορούς του Συλλόγου Αιγάλεω «Νέες Κυδωνίες».












Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ σε συνεργασία με τις εκδόσεις Καστανιώτη σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Θ. Δεύτου ΣΜΥΡΝΗ ΣΥΓΓΝΩΜΗ την 9η Μαιου 2009, ημέρα Σάββατο και ώρα 19:00 στο χώρο του παλαιού Μηχανουργείου.
Στο χώρο θα λειτουργήσει έκθεση φωτογραφίας από το αρχείο του Συλλόγου.



Μια εκδήλωση μνήμης, χρέους και πολιτισμού....

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λαυρίου Η ΜΙΚΡΑΣΙΑ στον κατάμεστο, πράγματι, χώρο του Παλαιού Μηχανουργείου πραγματοποίησε στις 9 Μαίου 2009 την πρώτη εκδήλωσή του, συμβάλλοντας στην προαγωγή του τοπικού πολιτισμού και αναδεικνύοντας τη σημαντική δουλειά που έχει συντελεστεί χάριν της αγάπης του κόσμου. Η εκδήλωση αφορούσε την παρουσίαση του λογοτεχνικού βιβλίου «Σμύρνη Συγγνώμη», που έγραψε ο κύριος Θ. Δεύτος, αλλά και την έκθεση σημαντικού μέρους από το ιστορικό αρχείο του συλλόγου.
Η βραδιά άνοιξε με την προβολή φωτογραφιών, που μετέφεραν τους παρευρισκομένους στις ξέγνοιαστες στιγμές μιας Σμύρνης που έσφυζε από ζωή, αλλά και σ’έκείνες της καταστροφής, του διωγμού και της προσφυγιάς. Έκδηλος των συναισθημάτων, που προκλήθηκαν, ο λόγος του προέδρου του Πολιτιστικού συλλόγου, κου Παναγιώτη Μούτση, μέρος του οποίου παραθέτουμε:
«Βλέπω ένα δάκρυ στα μάτια να κυλάει; Γιατί; Γιατί κάναμε ένα ταξίδι στη Σμύρνη των Ρωμιών; Ένα ταξίδι στα χώματα της Ιωνίας; Σε τόπους μακρινούς, τόπους αλησμόνητους; Τόπους φωτεινούς που βυθίστηκαν στο σκοτάδι από τους καπνούς της φωτιάς; Τόπους φωτεινούς που πνιγήκαν στο αίμα, το μίσος και την παράλογη μανία της εξουσίας των ισχυρών; Τόπους φωτεινούς που χάθηκαν μέσα σε μια νύχτα; Είναι ένα δάκρυ συγγνώμης γιατί παρ’ ολίγο να πιστέψουμε ότι η Μικρά Ασία είναι κάτι το ξεχασμένο; Βουβά επίκαιρα μιας άλλης εποχής; Μην το σκουπίζεται αυτό το δάκρυ! Αφήστε το να τρέξει! Είναι το δάκρυ της μνήμης, γιατί θυμηθήκαμε αυτό που κάποιοι ήθελαν να ξεχάσουμε. Είναι το δάκρυ στα μάτια της γιαγιάς μου της Μικρασιάτισσας κάθε φορά που μου έλεγε ιστορίες από την πανέμορφη πατρίδα της. Αυτό το δάκρυ είναι η Μνήμη. Αυτή η μνήμη που δε συνωστίζεται σε προκυμαίες. Αυτή η μνήμη που κουβάλησαν μαζί τους οι γιαγιάδες μας και οι παππούδες μας και που τους έδωσε τη δύναμη να σταθούν όρθιοι στην καινούρια τους πατρίδα∙ το Λαύριο. Οι πατρίδες δεν είναι τα χώματα. Είναι οι άνθρωποι. Είναι οι απλοί άνθρωποι που βίωσαν, έζησαν τα φοβερά γεγονότα. Αυτοί οι σιωπηλοί πρωταγωνιστές της ιστορίας. Αυτής της ιστορίας, που την ανακαλύψαμε εμείς, σήμερα, η τρίτη γενιά με οδηγό μερικές σκονισμένες, κιτρινιασμένες φωτογραφίες, που με αγάπη και χαρά εσείς μας δώσατε. Μην κλαις λοιπόν Μικρασία για την καταστροφή σου. 87 χρόνια μετά δεν χάθηκες με τον ξεριζωμό σου. Μην κλαις Γιαγιά Μικρασία, δε χάθηκες. Γιατί εμείς τα εγγόνια σου σε θυμόμαστε. Δεν σε ξεχνάμε. Δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεχάσουμε. Δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Θα είσαι πάντα μέσα στην καρδιά μας.».
Η εκδήλωση συνεχίστηκε με την παρουσίαση του βιβλίου από τη φιλόλογο και γραμματέα του συλλόγου Τριανταφυλλιά Μήτρου, που, αφού επεσήμανε πως ακόμα και σήμερα η ιστορία των Μικρασιατών εξακολουθεί να αποτελεί πηγή έμπνευσης και έρεισμα για λογοτεχνική δημιουργία υποστήριξε τα εξής:
«Το βιβλίο του κου Δεύτου «Σμύρνη Συγγνώμη» έρχεται να συμπληρώσει ένα μακρύ κατάλογο βιβλίων, που αναφέρονται στη Μικρασιατική καταστροφή και περιγράφουν με ιδιαίτερη ευγλωττία και παραστατικότητα το χάσμα ανάμεσα στα χρόνια πριν και μετά το διωγμό∙ το χάσμα αναμέσα σε εποχές ειρηνικές, γεμάτες όνειρα, αισθήματα αγάπης, αρμονίας και συνύπαρξης, μαγευτικές εικόνες, που συνοδεύονται από μυρωδιές, μελωδικούς ήχους και χρώματα εξάπτοντας όλες τις αισθήσεις, και σε αυτές που ακολούθησαν∙ τις γεμάτες άφατο πόνο, θρήνο, απόγνωση, αυταπάτες για νόστο, αλλά και αξιοπρέπειας , συντροφικότητας , αλληλεγγύης, καρτερίας και προσπάθειας για ένα νέο ξεκίνημα. . Το μυθιστόρημα «Σμύρνη Συγγνώμη» τοποθετείται στη Σμύρνη με αναφορές και σε ορισμένα προάστειά της, ενώ χρονικά καλύπτει το διάστημα από τη δεκαετία του 1880 μέχρι και αυτήν του 1930. Στο διάστημα λοιπόν αυτό παρακολουθούμε την πορεία μιας οικογένειας που θα μπορούσε να είναι η οικογένεια καθενός από εμάς.
Ήρωες του βιβλίου είναι οι ίδιοι οι συγγενείς μας∙ άνθρωποι που μεγάλωσαν με τα ιωνικά ηλιοβασιλέματα, έπαιξαν στις ακτές της Μικρασίας, ερωτεύτηκαν στα καλντερίμια της, δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες και ονειρεύτηκαν για τα παιδιά τους την ευτυχία που μόνο ο αέρας της Ιωνίας μπορούσε να προσφέρει. Κι όταν όμως οι εξελίξεις μεταστρέφουν αυτήν την ευτυχία και πάλι τα πρόσωπα του βιβλίου μας είναι οικεία∙ σίγουρα, θα ανακαλέσουμε μνήμες με δικούς μας ανθρώπους, που πολέμησαν στο μέτωπο, που αιχμαλωτίστηκαν και δεν επέστρεψαν ποτέ, αφήνοντας τις οικογένειές τους με το φόβο της αλήθειας, αλλά και με την ελπιδοφόρο προσμονή, που γεννά η άγνοια, άλλους που δε συνωστίστηκαν στην προκυμαία της Σμύρνης, αποφασίζοντας οικειοθελώς να εγκαταλείψουν σε μια μέρα τους κόπους και το βιος μιας ολόκληρης ζωής, αλλά που ποδοπατήθηκαν από το τρομαγμένο πλήθος, που σφαγιάστηκαν, που βιάστηκαν, που προτίμησαν το δρόμο της παραφροσύνης απ’ αυτόν της εκλογίκευσης των όσων φοβερών αντίκριζαν, άλλους που καρτερικά παρακολουθούσαν τη μια ανατολή να διαδέχεται την άλλη κοιτάζοντας απέναντι, τις ακτές της Μικρασίας, και νοσταλγώντας τους μπαξέδες τους, τα σπίτια τους, τη δική τους γη, αυτή που τους γέννησε, μιας και για πολλούς από αυτούς, και ειδικά τους πιο ηλικιωμένους, το μέλλον δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από τις μνήμες του παρελθόντος , άλλους που έζησαν με τον καημό της επιστροφής - συναίσθημα που συντρόφευσε για πολλά χρόνια τις μικρασιάτικες καρδιές- και έφυγαν τελικά, κρατώντας σφιχτά το κλειδί του σπιτιού τους, πιστεύοντας πως ο παράδεισος ήταν σίγουρα στα χώματα που άφησαν πίσω.
Τα συναισθήματα που προκαλούνται διττά∙ καταρχήν, όπως και σε άλλα βιβλία, με αναφορές από την πριν το διωγμό ζωή, έτσι και σε αυτό του κου Δεύτου, με το ξεκίνημα της αφήγησης δημιουργείται η εντύπωση πως το τέλος αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικό∙ άλλο από αυτό που η ιστορία, τα συμφέροντα και η ματαιοδοξία των ισχυρών έγραψε. Καθώς, ομως, με τη ροή της αφήγησης οι προσδοκίες αρχίζουν να διαψεύδονται, και οι ζωές να παζαρεύονται και να εκποιούνται, ο αρχικός ενθουσιασμός δίνει τη θέση του σε έναν κόμπο που σφίγγει το λαιμό, σε ένα δάκρυ που μάταια προσπαθεί να κρατηθεί και σε μια φράση που έρχεται στα χείλη όλων∙ ανάθεμα στους αίτιους.
Αξιοσημείωτο είναι πως ο κος Δεύτος κάνει τη δεύτερη εμφάνισή του στο συγγραφικό προσκήνιο τη στιγμή που οι ίδιοι οι ιστορικοί αδυνατούν να καταγράψουν την αλήθεια όπως θα όφειλαν∙ αντικειμενικά και αμερόληπτα, σύμφωνα με τα βιώματα των αυτόπτων μαρτύρων και όχι με τα τεχνάσματα της πολιτικής. Και στο σημείο αυτό μάλιστα βρίσκεται η σπουδαιότητα του βιβλίου του. Παρόλο δηλαδή που ο αναγνώστης κρατά στα χέρια του ένα μυθιστόρημα, η πλασματική ιστορία της οικογένειας Νικολαϊδη είναι τόσο αληθινά ενταγμένη στο πραγματικό ιστορικό πλαίσιο, χωρίς μελοδραματισμούς και υπερβολές, που κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελεί τη γνήσια ιστορία μιας οικογένειας προσφύγων.
Ένα στοιχείο που διαφοροποιεί τον κο Δεύτο από όσους έχουν γράψει μυθιστορήματα με αφόρμηση το ιστορικό γεγονός της Μικρασιατικής καταστροφής, και είναι προς τιμήν του, είναι πως δεν είναι Μικρασιάτης. Μιλώντας την πρώτη φορά μαζί του θεώρησα δεδομένο πως ένα βιβλίο σχετικό με τη Σμύρνη δε θα μπορούσε παρά να έχει γραφτεί από έναν άνθρωπο που έχει παρόμοιες μνήμες, που η καταγωγή του και το χρέος του απέναντι σε όσους έφυγαν του επέβαλε να ασχοληθεί με το παρελθόν. Ξαφνιάστηκα για να είμαι ειλικρινής όταν μου είπε πως κατάγεται από ένα χωριό των Ιωαννίνων, αλλά παράλληλα με βοήθησε να συνειδητοποιήσω ακόμα περισσότερο, πως η προσφυγιά δε συγκινεί μόνο όσους την έχουν στα γονίδιά τους, αλλά και όσους την αναγνωρίζουν ως τη χειρότερη ποινή για τον άνθρωπο. Θα ήταν ίσως περιττό να τονίσω το διαχρονικό χαρακτήρα του βιβλίου, μιας και δυστυχώς οι Μικρασιάτες πρόσφυγες δεν ήταν οι τελευταίοι που θρήνησαν. Ακόμα και σήμερα παρόμοιοι σωτήρες εξακολουθούν να εκπατρίζουν και να ξεσπιτώνουν χιλιάδες ανθρώπους υπηρετώντας τα, κατά πολλούς, δάκρυα του διαβόλου και εξακολουθώντας προφανώς να πιστεύουν ότι το αίσθημα του πόνου είναι προνόμιο ορισμένων μόνο λαών.
Δε θα μπορούσα βέβαια να παραλείψω να αναφερθώ και στο cd με τα παραδοσιακά τραγούδια της Σμύρνης που συνοδεύει το βιβλίο∙ ένα cd που πράγματι καθαίρει και λυτρώνει την ψυχή των αναγνωστών συγκλονισμένοι καθώς είναι από τον έλεο προς τους ήρωες.
Πριν κλείσω, θα ήθελα –και είμαι σίγουρη πως ο κος Δεύτος θα μου επιτρέψει - να αφιερώσω τη σημερινή εκδήλωση σε όλους αυτούς που ως σύλλογος Μικρασιατών γνωρίσαμε μέσα από μια φωτογραφία, ζητώντας τους τη δική μας συγγνώμη, που αργήσαμε τόσο να τιμήσουμε τη μνήμη τους, και υποσχόμενοι, πως, όσο, κι αν κάποιοι προσπαθούν να παραποιήσουν την ιστορία, εμείς θα φροντίσουμε να αναδείξουμε τον ιδιαίτερο πολιτισμό μας, να προβάλλουμε την αλήθεια χωρίς φανφαρονισμούς, να καταστήσουμε κοινωνούς σε αυτήν και όσους άθελά τους την αγνοούν, απαλλάσσοντας έτσι τις ψυχές τους από την αγωνία για το φόβο της λήθης».
Η βραδιά έκλεισε με την κυρία Ελένη Λαδοπούλου – Παναγιώτου, μέλος του συλλόγου, που διάβασε αποσπάσματα από το εν λόγω βιβλίο, ενώ ο συγγραφέας, κος Θεόδωρος Δεύτος , αφού προηγουμένως υπογράμμισε τους λόγους που τον ώθησαν στη συγγραφή ενός βιβλίου για τη Σμύρνη και τόνισε την αναγκαιότητα να μη λησμονηθούν όλα αυτά που χάθηκαν, απάντησε σε ερωτήσεις του ακροατηρίου και υπέγραψε τα βιβλία του.