Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

Εμπόριο…οστών

 

Εμπόριο…οστών

 

100 χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από τη μεθοδευμένη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού και 97 από τη Μικρασιατική καταστροφή, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο χιλιάδων  ανθρώπων  και  τον  εκτοπισμό  από τις πατρογονικές εστίες εκατομμύριων άλλων. Ωστόσο, ένα ακόμα έγκλημα των Τούρκων συνέβη δύο χρόνια αργότερα και για χρόνια παρέμεινε άγνωστο· η εμπορευματοποίηση των οστών όσων σφαγιάστηκαν από τους Νεότουρκους του Κεμάλ.

Σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής,  τα οστά των Ελλήνων- συνολικά 400 τόνοι ανθρώπινων οστών, που αντιστοιχούσαν σε 50.000 ανθρώπους- φορτώθηκαν από τα Μουδανιά στο πλοίο  «Ζαν-Μ» με  προορισμό τις γαλλικές βιομηχανίες της Μασσαλίας και πουλήθηκαν για βιομηχανική  «χρήση»! Οι  ιθύνουσες,  βέβαια,   γαλλικές ελίτ, πολιτικές και οικονομικές, που στήριξαν  με κάθε τρόπο το κεμαλικό εγχείρημα δημιουργίας έθνους-κράτους  καθαρού  από τα  «καρκινώματα» -όπως  αποκαλούσαν  οι  Νεότουρκοι σύντροφοί του τους Έλληνες και τους Αρμένιους- δεν είχαν κανένα απολύτως ηθικό πρόβλημα να αγοράσουν τα οστά των θυμάτων για «βιομηχανική χρήση».

Στις  13 Δεκεμβρίου  1924  το πλοίο  με τη βρετανική σημαία έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Όταν οι εργάτες του λιμανιού πληροφορήθηκαν το φορτίο που μετέφερε δεν επέτρεψαν τον απόπλου. Πραγματοποιήθηκαν, μάλιστα,  διαδηλώσεις από τους σοκαρισμένους πρόσφυγες, οι οποίοι ζητούσαν την κατάσχεση του εμπορεύματος. Το «ζήτημα διευθετήθηκε»  μετά από  παρέμβαση  του Άγγλου Πρόξενου, οπότε η   ελληνική κυβέρνηση  επέτρεψε στο πλοίο να αποπλεύσει, προκειμένου να μην έρθει σε κόντρα με τους Άγγλους. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο «Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας» του Χρ. Αγγελομάτη ο οποίος γράφει: σε αθηναϊκές εφημερίδες  η είδηση δημοσιεύθηκε ως εξής: «Το προσεγγίσαν  εις  την  Θεσσαλονίκην  αγγλικόν  πλοίον «Ζαν» μετέφερε  τετρακοσίους  τόνους  οστών  Ελλήνων  από  τα  Μουδανιά.  Οι εργάται του λιμένος Θεσσαλονίκης, πληροφορηθέντες το γεγονός, ημπόδισαν το πλοίον να αποπλεύση.  Επενέβη  όμως  ο  Άγγλος πρόξενος και επετράπη ο απόπλους». Ο Αγγελομάτης συμπληρώνει: «Ησαν  τα οστά Ελλήνων ηρώων… Ησαν τα οστά των Ελλήνων στρατιωτών που μετά τας ομαδικάς σφαγάς και εξοντώσεις αργοπέθαιναν εις τα στρατόπεδα αιχμαλώτων, από τα οποία το φοβερώτερον ήτο το στρατόπεδο του Ουσάκ».

 Αξιοσημείωτο  πως  στην  εφημερίδα  «Μακεδονία», που κυκλοφόρησε την 14η Δεκεμβρίου 1924, επιβεβαιώνεται η αγκυροβόληση του πλοίου στη Θεσσαλονίκη, χωρίς βέβαια, να γίνεται αναφορά στο φορτίο των οστών. Στη στήλη «Οικονομική κίνησης» αναφέρεται  ότι  το πλοίο ξεφόρτωσε στη Θεσσαλονίκη 134 βαρέλια αλιπάστων, 100 σάκους κολοκυνθόσπορους, 54 κιβώτια οικιακά σκεύη και ένα κλειδοκύμβαλον.... Πιθανότατα,  για  λόγους τακτικής οι αντιπρόσωποι του πλοίου να αποσιώπησαν το γεγονός, εφ’ όσον εκείνη την περίοδο η Θεσσαλονίκη ήταν γεμάτη από τους επιζώντες της Γενοκτονίας  και  είναι πολύ πιθανόν αρκετοί να είχαν χάσει προσφιλή πρόσωπα. Είναι πολύ  πιθανόν, επίσης, οι ελληνικές αρχές να το γνώριζαν και να επέλεξαν να σιωπήσουν, για να μη δυσαρεστήσουν τους Βρετανούς ιδιοκτήτες του πλοίου και τους Γάλλους αγοραστές.


Τον ίδιο μήνα η εφημερίδα «New York Times» δημοσίευσε την είδηση με τίτλο «Μια απίθανη  ιστορία  από  ένα  φορτίο  με ανθρώπινα οστά». Όπως έγραφε: «Η Μασσαλία είναι  σε αναταραχή από μια ασύλληπτη ιστορία (που οφείλεται) στην άφιξη στο λιμάνι ενός πλοίου που φέρει βρετανική σημαία και ονομάζεται «Ζαν» και μεταφέρει ένα μυστήριο φορτίο 400 τόνων ανθρώπινων οστών, για να χρησιμοποιηθούν στις εκεί βιοτεχνίες. Λέγεται  ότι  τα  οστά  φορτώθηκαν  στα  Μουδανιά,  στη θάλασσα του Μαρμαρά  και  είναι  τα απομεινάρια  θυμάτων από τις σφαγές στη Μικρά Ασία. Εν όψει της  φήμης που κυκλοφορεί αναμένεται να διαταχθεί έρευνα». Η γαλλική εφημερίδα «Midi» δημοσίευσε  την  είδηση  με  τον  τίτλο  «Πένθιμο φορτίο» και έγραφε: «Συζητιέται πολύ στη Μασσαλία η προσεχής άφιξη του πλοίου μεταφοράς εμπορευμάτων «Ζαν», το οποίο  μεταφέρει  για τις βιομηχανίες της Μασσαλίας 400 τόνους ανθρώπινα λείψανα. Αυτά προέρχονται από τα στρατόπεδα της αρμενικής σφαγής στην Τουρκία και τη Μικρά Ασία κυρίως».

Ανάλογη αναφορά γίνεται και από το Μικρασιάτη συγγραφέα  Ηλία Βενέζη, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε και παρέμεινε για 14 μήνες στα τάγματα εργασίας, στο βιβλίο του «Το νούμερο 31328. Πιο συγκεκριμένα, στο εν λόγω βιβλίο  αναφέρεται  σε  έναν  αιχμάλωτο, ο οποίος  ήταν  παρών στη περισυλλογή των οστών: «Ένα πρωί μας παίρνουν καμιά εξηνταριά  σκλάβους  για μικρή αγγαρεία. Είναι λίγο όξω απ’ τη Μαγνησία. Δίπλα στις ράγες του σιδηρόδρομου τελειώνει μια μεγάλη χαράδρα, ανάμεσα στο Σίπυλο. Τη λέν «Κηρτίκ-ντερέ». Μες  σ’ αυτήν  τη  χαράδρα λογάριαζαν πως θα σκοτώθηκαν ίσαμε σαράντα  χιλιάδες  χριστιανοί  απ’ τη  Σμύρνη  και  τη  Μαγνησία, αρσενικοί  και  θηλυκοί…. Τι  θα γίνουν τόσα κόκαλα; Αναρωτιέται  μια  στιγμή  ένας.  Ο  Μίλτος  τον  κοιτάζει  ήρεμα. – Δεν  ξέρεις  τι  γίνεται  με τα κόκαλα; – Οχι. – Κοπριά, σύντροφε. – Τι έκανε, λέει; – Κοπριά, σύντροφε. Θα  δεις  μια  μέρα που θα μοσκοπουληθούν. Θα δης… Ήταν ταξιδεμένος  ο  Μίλτος.  Ήξερε».

 

Το εμπόριο των οστών από τους Τούρκους έγινε γνωστό από τον Βλάση Αγτζίδη, διδάκτορα Σύγχρονης Ιστορίας, ο οποίος εντόπισε τα δημοσιεύματα στις εφημερίδες «Νew York Times» και «Midi» και δημοσίευσε σχετικό άρθρο στο blog  του kars 1918  και στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.

 

Πηγές:

kars1918.wordpress.com

mixanitouxronou.gr



Η  φωτογραφία απεικονίζει τα κρανία των δολοφονημένων και δημοσιεύθηκε το 1921 στο βιβλίο του Κωνσταντίνου Φαλτάιτς.

 

 

 

Το Ναυάγιο του Μπούμπα και η Ιστιοφόρος Ναυτιλία στη νήσο Κούταλη*

Το Ναυάγιο του Μπούμπα και η Ιστιοφόρος Ναυτιλία στη νήσο Κούταλη*

 Ονομαστή ήταν η  νήσος Κούταλη για το εμπορικό ναυτικό της που άκμασε σε μεγάλο βαθμό  για πολλά χρόνια.  Η Κούταλη, όπως η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά,  πολύ πριν από την ελληνική επανάσταση, είχε αξιόλογη  ιστιοφόρο ναυτιλία.  Τα πλοία των Κουταλιανών, δείγματα της τελειότερης ναυπηγικής της εποχής, εκτελούσαν μεταφορές διάφορων εμπορευμάτων από τα λιμάνια της Ρωσίας στα ευρωπαϊκά λιμάνια της Μεσογείου  και το αντίστροφο.  Οι Κουταλιανοί ήταν οι κύριοι τροφοδότες νωπών αλιευμάτων και αλιπάστων της Κωνσταντινούπολης, ενώ τα σφουγγαράδικα έφερναν τεράστιο πλούτο στο νησί. Η επαφή  των Κουταλιανών με τους εξελιγμένους λαούς της Ευρώπης και της Ρωσίας συντέλεσε πολύ στην εν γένει ανάπτυξή τους, γι’ αυτό και η τουρκική δουλεία δεν μπόρεσε να φέρει καμιά απολύτως αλλοίωση στη ζωή τους, καθώς τόσο η  προφορά της γλώσσας, όσο και τα ήθη και τα έθιμά τους  διατηρήθηκαν όλα καθαρά ελληνικά. Ο Μανουήλ Γεδεών επισκεπτόμενος το νησί στις 4 Αυγούστου 1892 γράφει σχετικά στο βιβλίο του Προικόννησος: «Η μετά της Κωνσταντινουπόλεως συγκοινωνία αυτής διά πλοίων αξίων λόγου γινομένη, συνετέλεσεν εις την ηθικήν και πνευματικήν ανάπτυξιν της Κουτάλεως, ης τα παρά τοις κατοίκοις έθιμα και η λαλουμένη διάλεκτος  προσομοιάζουσι τοις εθίμοις των Ελλήνων κατοίκων  της πρωτευούσης ταύτης του κράτους, ήτοι τοις παρ’ημιν. Η ενδυμασία η αυτή. Το σχολείον και προ τινών ετών ήνθει, και νυν εν ευμαρεία διάκειται. Η ανάπτυξις, ως ειπον, οφείλεται εις το ναυτικόν αυτής…».

Αξιοσημείωτο  ότι πολλοί Κουταλιανοί, εγκατεστημένοι στις διάφορες μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και ιδίως της Ρωσίας, έγιναν μεγάλοι επιχειρηματίες και κατέλαβαν  σπουδαίες  θέσεις.  Από  το  18ο αιώνα αναφέρονται  Κουταλιανοί μεγαλέμποροι στη Ρωσία, όπως η οικογένεια Ζαχάρωφ και ο Συνόδης Ποσώφ, για να πάρουν τη σκυτάλη το 19ο αιώνα οι Ανδρέας και Νικόλαος Πανταζίδης, ο Γεώργιος Διοματαρίδης και ο Χατζή Παγώτας. Παράλληλα, στην  Πόλη  αναδείχθηκαν επιφανείς Κουταλιανοί τραπεζίτες, όπως ο Βλαστός και οι αδελφοί Χριστοδουλίδου ή Χριστοδούλου. Ο τίτλος βιβλίου, που τυπώθηκε  το 1844 και περιείχε  την ακολουθία του αρχιεπισκόπου Προικοννήσου, μάς γνωρίζει ότι ετυπώθη δαπάναις «…του ευγενεστάτου κυρίου Ζαχαρίου Ζαχάρωφ, του Κουταλιανού, Συμβούλου του Εμπορίου και Ιππότου διαφόρων Ρωσσικών Ταγμάτων».  

Η  ευκαιρία  για την Κουταλιανή ναυτιλία έρχεται στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν η Αγγλία  είχε  επιβάλει  αποκλεισμό  στα  ισπανικά  λιμάνια. Τα Κουταλιανά πλοία, σπάζοντας το εμπάργκο, αποκομίζουν τεράστια κέρδη μεταφέροντας στην Ισπανία πολεμοφόδια  και  σιτηρά  από  τη Ρωσία. Με τα χρήματα αυτά αρχίζουν  να ναυπηγούν στη  Γένοβα και στη Βενετία μεγαλύτερα σκάφη, ώστε στις αρχές του 19ου αιώνα το νησί είχε σαράντα πλοία και η ιστιοφόρος ναυτιλία αποτελούσε την κύρια οικονομική δραστηριότητα  από την οποία  επωφελούνταν  όλες  οι οικογένειες. Χαρακτηριστικό ότι την πρωτοκαπιταλιστική   εκείνη περίοδο ίσχυε το αρχαίο συντροφικό σύστημα αμοιβής των εργαζομένων στα πλοία, σύμφωνα με το οποίο, από τα κέρδη κάθε μπάρκου, ένα ποσοστό (συνήθως το 50%) μοιράζονταν οι πλοιοκτήτες και το υπόλοιπο μοιραζόταν σε μερτικά, τα οποία δίνονταν στους ναύτες ανάλογα με την εργασία του καθενός, εξασφαλίζοντας  έτσι ικανοποιητικές απολαβές σε όλους. Άξιο λόγου ότι οι Κουταλιανοί που χαρακτηρίζονταν «ωκεανοπόροι», αφού ταξίδεψαν πρώτοι ως τον Ατλαντικό, είχαν σκούνες και μπαρκομπέστια, βαριά τρικάταρτα 300 και 400 τόνων.

Με την ανάπτυξη της ατμοπλοΐας παρακμάζει η ιστιοφόρος ναυτιλία της Κούταλης. Το γεγονός, ωστόσο, αυτό έχει συνδεθεί  στη μνήμη των Κουταλιανών περισσότερο μ’ένα τραγικό δυστύχημα  που συνέβη στις 30 Ιανουαρίου 1864.

Όπως γράφει ο Αυγουστής Πανταζίδης, «υπήρχε τότε συνήθεια, το χειμώνα και ιδίως τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο, που οι κακοί καιροί δεν επέτρεπαν τους πλόες  της ιστιοφόρου την εποχή εκείνη ναυτιλίας, όλοι οι ναυτικοί να δένουν τα πλοία τους σε ασφαλή  λιμάνια  και να γυρίζουν  στην πατρίδα να παραχειμάσουν και να εορτάσουν τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων μαζί με τους δικούς τους.  Έτσι και οι Κουταλιανοί πλοίαρχοι, το χειμώνα του 1863-1864 ήταν στην πατρίδα και στις 30 Ιανουαρίου 1864 ξεκίνησαν, 30  τον αριθμό, με το ιστιοφόρο του συμπατριώτου τους, Μπούμπα να πάνε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήταν δεμένα τα πλοία τους. Κοντά όμως στην Κωνσταντινούπολη, εξαιρετική κακοκαιρία με σφοδρή τρικυμία και χιονοθύελλα τους ανάγκασε να αποφασίσουν την επιστροφή τους στην Κούταλη, κάτι που δυστυχώς  δεν  κατόρθωσαν, ώστε μέσα στο πυκνό σκοτάδι της τραγικής εκείνης νύχτας το πλοίο τους βυθίστηκε αύτανδρο κοντά στην Καρά-Μπιγα της Προποντίδας. Κανένας δεν σώθηκε από τους επιβαίνοντες. Όλοι πνίγηκαν παλεύοντας με τα κύματα, με αποτέλεσμα  η Κούταλη μέσα σε μια νύχτα να χάσει  30 καπεταναίους που ήταν οι σοβαρότεροι παράγοντες προόδου και ευημερίας του τόπου. Κατ’άλλους  το τραγικό αυτό γεγονός έλαβε χώρα τη νύχτα της 5 προς 6 Ιανουαρίου 1864 (παλαιό ημερολόγιο) διότι, όπως λέγεται, ο θείος του πλοιάρχου του βυθισθέντος πλοίου  -παλαιός και αυτός πλοίαρχος – προβλέποντας  την επερχόμενη κακοκαιρία απέτρεπε τον ανηψιό του να αποπλεύσει. Εκείνος, όμως, σε απάντηση του είπε: «Μη φοβάσαι μπάρμπα και θα ρίξουμε το Σταυρό στο Μέγα Ρέμμα». Η ιστορία του τραγικού αυτού ναυαγίου σαν κληρονομιά μεταβιβάζεται από οικογένεια σε οικογένεια και από γενιά σε γενιά, κάθε δε μεγάλο δυστύχημα ή θαλασσινή τραγωδία οι Κουταλιανοί την παρομοιάζουν με την τραγωδία του ναυαγίου του καραβιού του Μπούμπα».

 

Ο γνωστός Κουταλιανός ποιητής Μιλτιάδης  Μανουήλ Παπάς (ο λόγιος) θρηνεί τούτο με τους παρακάτω ανέκδοτους στίχους του, που έγραψε το 1871, επτά χρόνια μετά το τρομερό ναυάγιο του καραβιού του Μπούμπα.

 

[…]Πού των τέκνων σου εκείνων των μεγάλων η χορεία;

Πού η πρώτη σου σφριγώσα και ανθούσα νεολαία;

Πού τα τόσα σου ωραία και ιστιοφόρα πλοία;

Πού το κάλλος σου το πρώτον κι η ισχύς σου η ακμαία; […]

……………………………………………………………………………………………………………

Φωτο. Η παραλία στο νησί της Κούταλης. Διακρίνονται δεξιά στο βάθος τα αρχοντόσπιτα (σαράγια) και στο κέντρο το καμπαναριό του Ιερού Ναού της Παναγίας της Φανερωμένης ή του Αγίου Νικολάου. Στην παραλία αριστερά, οι πλώρες και οι πρύμνες σπογγαλιευτικών σκαφών (μπότιδες), στο βάθος, στο κέντρο, ένα μεγάλο αλιευτικό σκάφος (σαντάλα) και δεξιά στη θάλασσα, μαζί με τους ανθρώπους η βάρκα του Λογοθέτη Γαλιμήτη, σύμφωνα με σημείωση στο πίσω μέρος της φωτογραφίας. (7 Φεβρουαρίου 1921)

*H Κούταλη είναι ένα από τα τέσσερα νησιά (Νησιά του Μαρμαρά) της εκκλησιαστικής επαρχίας Προικοννήσου. Βρίσκεται σε απόσταση  70 ναυτικά μίλια από την Κωνσταντινούπολη.

 

Βιβλιογραφία

·         Μαρμαρινά Νέα, Ιανουάριος - Μάρτιος 1949

·         Μουσείο Nαυτικής Παράδοσης & Σπογγαλιείας Νέας Κούταλης

·         Μανουήλ Γεδεών, Προικόννησος, Εκκλησιαστική Παροικία, Ναοί και Μοναί, Μητροπολίται και Επίσκοποι, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1895

Είναι δια τον Κωδωνά…


Είναι δια τον Κωδωνά…

Στη θάλασσα του Μαρμαρά, πολύ κοντά στις ανατολικές ασιατικές ακτές και βόρεια του στομίου του κόλπου της Νικομήδειας, βρίσκονται τα πανέμορφα Πριγκηπόνησα. Στην Πρίγκηπο, το μεγαλύτερο και ωραιότερο ίσως από τα νησιά, και στην κορυφή του νότιου λόφου της, δεσπόζει η Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά. Η παράδοση θέλει το Μοναστήρι να έχει ζωή πάνω από χίλια χρόνια και συγκεκριμένα να έχει χτιστεί το 963 μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Νικηφόρος Φωκάς. Κατά την παράδοση η θαυματουργή εικόνα του Αγίου Γεωργίου δωρήθηκε στο Μοναστήριο από τη γυναικεία Μονή της Ειρήνης της Αθηναίας.

Σύμφωνα με την πραγματεία του Αντ. Μαλέτσκου «Η εν τη νήσω Πριγκίπω ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά», η Μονή πρέπει να ερημώθηκε ή κατά το 1204 από τους Σταυροφόρους ή το 1302 κατά την επιδρομή εναντίον του νησιού των πειρατών του Ενετού ναυάρχου Giustiniani. Κατά την παράδοση, όταν οι μοναχοί αντίκρισαν τους πειρατές, για να αποτρέψουν την αρπαγή της εικόνας, την έκρυψαν μαζί με τα αναρίθμητα αναθήματά της  στη γη και τοποθέτησαν από πάνω την Αγία Τράπεζα του ναού της Μονής. Η εικόνα έμεινε εκεί, χωρίς να υποστεί καμιά φθορά, μέχρι την εύρεσή της από έναν βοσκό ο οποίος προηγουμένως είδε στον ύπνο του τον Αη Γιώργη να τον προτρέπει ν’ ανέβει στο λόφο και να «τον βρει», σκάβοντας εκεί που θ’άκουγε να χτυπούν «κουδούνια». Ο βοσκός κάνοντας ό,τι τον πρόσταξε ο Άγιος έσκαψε,  βρήκε την εικόνα στολισμένη με μια αρμαθιά «κουδούνια» κα επανίδρυσε  τη μονή.  Η επανίδρυση αυτή σύμφωνα με τα πατριαρχικά Σιγγίλια (επίσημα έγγραφα)  τοποθετείται  το 1751-1752.

Η πνευματική προσφορά της Μονής και η εν γένει βοήθειά της τόσο προς τους Ρωμιούς όσο και προς όλους τους αλλογενείς της Βασιλεύουσας είναι τεράστια. Ο Αη Γιώργης ο Κουδουνάς θα αποτελέσει για αιώνες το άσυλο των φρενοβλαβών, των πειραγμένων, όπως τους έλεγαν. Όταν έφερναν τους αρρώστους, τους έδεναν κατά τη διάρκεια της νύχτας σε σιδερένιους χαλκάδες, που ήταν στερεωμένοι στο δάπεδο του ναού, μπροστά στην εικόνα του Αγίου, ενώ την ημέρα τους έβγαζαν έξω, στον κήπο της Μονής. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς θεραπεύονταν και από ευγνωμοσύνη παρέμεναν για κάποιο χρονικό διάστημα στο Μοναστήρι προσφέροντας εθελοντική εργασία.  Δυστυχώς, κατά την ανακαίνιση του μοναστηριού το 1987, όταν τοποθετήθηκαν μαρμάρινα δάπεδα στα παρεκκλήσια και στο Αγίασμα, αφαιρέθηκαν όλοι οι χαλκάδες.

Τα θαύματα του Αγίου πολλά, όχι μόνο προς τους Ρωμιούς οι οποίου του έτρεφαν πάντα μεγάλη ευλάβεια- δεν υπήρχε ελληνική οικογένεια που να μην επισκεπτόταν τον Κουδουνά τουλάχιστον μία φορά το χρόνο- αλλά και προς όλους όσους προσέρχονταν στη χάρη του. Αξιοσημείωτο ότι, όπως μας πληροφορεί η χαραγμένη σε οθωμανικά και ρωμαϊκά επιγραφή, η μεγάλη σιδερένια πύλη του μοναστηριού προσφέρθηκε από τον μουσουλμάνο Ρασούλ Εφέντη, ως δώρο ευγνωμοσύνης για τη θεραπεία της συζύγου του. Έτσι εξηγείται και η μεγάλη προσέλευση αλλόθρησκων απ’ όλη σχεδόν την Τουρκία κατά την ημέρα εορτής του Αγίου. 

Ένα παράδοξο που παρατηρείται την ημέρα αυτή είναι πως ο κόσμος που καταφθάνει έχει στα χέρια του καρούλια με κλωστές. Ανάλογα με το αίτημα του προσκυνητή η κλωστή έχει και άλλο χρώμα. Άλλο αν παρακαλεί για την απόκτηση παιδιού, άλλο για την απόκτηση συζύγου, άλλο για υγεία.  Από τη ρίζα λοιπόν του λόφου και μέχρι τη μονή στην κορυφή ο προσκυνητής ανεβαίνοντας ξετυλίγει την κλωστή από το καρούλι και την αποθέτει είτε κάτω στο δρόμο είτε στα πλαϊνά δέντρα. Καθόλη δε την ανάβασή του παραμένει σιωπηλός αναλογιζόμενος το αίτημά του. Συχνά επίσης τα αιτήματά τους τα γράφουν σε μικρά χαρτάκια, τα οποία είτε τα ρίχνουν στο ειδικό κουτί που βρίσκεται εντός του ναού, είτε τα δένουν στα κλαδιά των δέντρων που είναι κοντά στη μονή. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά  άτομα κερνούν τον κόσμο λουκούμια ή ακόμα και κύβους ζάχαρης. Αυτοί όλοι είναι άτομα, στο αίτημα των οποίων ο Άγιος ανταποκρίθηκε εκπληρώνοντάς τους το ποθούμενο. Αυτοί  λοιπόν όλοι οι άνθρωποι «ήταν υποχρεωμένοι» την επόμενη φορά που γιόρταζε ο Άγιος να έρθουν και πάλι στο νησί και να κεράσουν τον κόσμο.

constantinoupoli.com

monastiria.gr